Η περαιτέρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής εικόνας για την ελληνική οικονομία αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια. Μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, ο επόμενος μεγάλος στόχος είναι η μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ανώτερες κατηγορίες αξιολόγησης, προσεγγίζοντας σταδιακά τις οικονομίες με ισχυρότερο αξιόχρεο.
Σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικές πηγές, η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα μπορούσε να φτάσει στην αξιολόγηση «Α-» έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ η επίτευξη βαθμίδας «Α+» τοποθετείται χρονικά γύρω στο 2034. Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με τη συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους, το οποίο εκτιμάται ότι τότε θα κινείται κοντά στο 100% του ΑΕΠ, επίπεδο αισθητά χαμηλότερο από τα σημερινά δεδομένα. Ωστόσο, η γεωπολιτική αβεβαιότητα που επικρατεί λόγω της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, οι επόμενες εθνικές εκλογές, οι οποίες αναμένεται να πραγματοποιηθούν το 2027 αλλά και τα τεράστια προβλήματα που δεν έχει επιλύσει η παρούσα κυβέρνηση ενδέχεται να…σπρώξουν τους στόχους πιο πίσω χρονικά.
Ελληνική οικονομία: Τα κριτήρια που εξετάζουν οι οίκοι αξιολόγησης
Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης εξακολουθούν να εντοπίζουν αδυναμίες που περιορίζουν την ταχύτητα των αναβαθμίσεων.
Στο επίκεντρο των αξιολογήσεων βρίσκονται τρεις βασικοί παράγοντες: το ύψος του δημόσιου χρέους παρά τη συνεχιζόμενη μείωσή του ως ποσοστό του ΑΕΠ, το επίμονα αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και οι καθυστερήσεις στο δικαστικό σύστημα. Αν και το χρέος ακολουθεί πτωτική πορεία, εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο της Ευρώπης, ενώ η προσδοκία είναι ότι στο τέλος του 2026 θα έχει…περάσει πρώτη η Ιταλία. Παράλληλα, το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει σημαντικό, ενώ η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο για τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος.
Οι συγκεκριμένοι δείκτες θεωρούνται κομβικοί για τη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας της ελληνικής οικονομίας και επηρεάζουν άμεσα τις αποφάσεις των οίκων αξιολόγησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση συνεχίζει να αξιοποιεί τις πρόωρες αποπληρωμές δανείων ως μέσο ενίσχυσης της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές, όπως συνέβη στις 15 Ιουνίου και δεν αποκλείεται να γίνει ακόμη μία κίνηση εντός της τρέχουσας χρονιάς.
Οι παράγοντες αβεβαιότητας
Ωστόσο, η πορεία προς υψηλότερες βαθμίδες αξιολόγησης δεν θεωρείται δεδομένη ούτε γρήγορη. Το διεθνές περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα ασταθές, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να αυξάνουν τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία και τις αγορές.
Την ίδια στιγμή, οι οίκοι αξιολόγησης παρακολουθούν στενά τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, καθώς οι εκλογές της επόμενης χρονιάς ενδέχεται να επηρεάσει τις εκτιμήσεις τους για την πολιτική σταθερότητα της χώρας.
Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η διατήρηση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο εξακολουθεί να αντανακλά τις αδυναμίες της παραγωγικής βάσης και της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Παράλληλα, οι διεθνείς εμπορικές εντάσεις και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τις κεφαλαιακές ροές και την αναπτυξιακή δυναμική των μικρότερων οικονομιών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Η εικόνα των αξιολογήσεων το 2026
Μέχρι σήμερα, οι μεγαλύτεροι οίκοι διατηρούν την Ελλάδα εντός της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά κοντά στο χαμηλότερο κομμάτι της κλίμακας:
-Fitch: BBB με σταθερές προοπτικές
-Scope Ratings: BBB με θετικό outlook
-Moody’s: Baa3 με σταθερές προοπτικές
-DBRS Morningstar: BBB
-S&P Global Ratings: BBB
Ο νέος κύκλος αξιολογήσεων ξεκινά τον Σεπτέμβριο με τη DBRS, ενώ ακολουθούν οι Moody’s και Scope στις 18 Σεπτεμβρίου. Η αξιολόγηση της S&P αναμένεται στις 23 Οκτωβρίου και της Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η αυξημένη διεθνής αβεβαιότητα ενδέχεται να οδηγήσει τους οίκους σε πιο προσεκτική στάση το επόμενο διάστημα, περιορίζοντας τις πιθανότητες άμεσων αναβαθμίσεων, παρά τη συνεχιζόμενη βελτίωση των βασικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας.
Πηγή: OT






