Ηταν 19 Ιουλίου 1979, στις 5 και μισή το πρωί, όταν έφτασε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Είχε ήδη φύγει από την πατρίδα του, το Βιετνάμ, έναν χρόνο νωρίτερα λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, μετά το τέλος του πολέμου. Ο Γκουέν Τάνγκ Χούι σε λίγες εβδομάδες κλείνει 47 χρόνια στην Ελλάδα. Ηταν ένας από τους «boat people», τους εκατοντάδες χιλιάδες βιετναμέζους πρόσφυγες που διέφυγαν διά θαλάσσης από την πατρίδα τους. Ηταν, δε, ανάμεσα στους 250 που τελικά μετεγκαταστάθηκαν στη χώρα μας.
«Πολύ δύσκολο να χωνέψεις πως μια καλή ζωή μέσα σε λίγα λεπτά διαλύθηκε, ήρθαν τα πάνω κάτω», λέει η Αϊντά
Σε ηλικία 21 ετών, ο Χούι έφυγε από το Βιετνάμ και βρέθηκε σε στρατόπεδο της Μαλαισίας, όπου έζησε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες για περίπου πέντε μήνες. Οταν μέσα στο στρατόπεδο δόθηκε η δυνατότητα να μετακινηθούν σε άλλες χώρες, πρώτη του επιλογή ήταν η Αμερική – είχε, άλλωστε, και προέγκριση για σπουδές σε αμερικανικό πανεπιστήμιο. Κάποιο πρόβλημα, όμως, με τα χαρτιά τελικά τον έκανε να επιλέξει την Ελλάδα.
«Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο Ελληνικό. Για λίγες ημέρες έμεινα στην Αθήνα και μετά μας μετέφεραν στη Ρόδο, όπου απασχοληθήκαμε σε ξενοδοχεία και στην εστίαση. Για τέσσερα χρόνια έμεινα στο νησί κι έκανα διάφορες δουλειές, από σερβιτόρος και βοηθός στην κουζίνα μέχρι σε εργοστάσια και σε επιχειρήσεις με έπιπλα», θυμάται.
Σταθμός για τη μετέπειτα πορεία του ήταν η δουλειά που έπιασε το 1983 στο εστιατόριο ενός από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία της εποχής, που έψαχνε Ασιάτες για προσωπικό. Τέσσερα χρόνια αργότερα αποφάσισε να ανοίξει τη δική του αλυσίδα εστιατορίων ασιατικής κουζίνας.
«Μου λείπει η πατρίδα μου. Είναι ένας τόπος, όμως, κυρίως για να τον θυμάμαι. Η ζωή μου πλέον είναι εδώ. Δύο φορές που επισκέφθηκα το Βιετνάμ, πήγα ως έλληνας υπήκοος. Αλλωστε, οι φίλοι μου λένε πως είμαι ένας Ελληνας που μιλάει τέλεια βιετναμέζικα».
Πρόσφυγες: «Memory & Courage»
Ο Γκουέν Τάνγκ Χούι βρέθηκε την περασμένη Τετάρτη στα εγκαίνια της έκθεσης «Memory & Courage», με αφορμή τη Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων χθες, 20 Ιουνίου, και τα 75 χρόνια της Σύμβασης της Γενεύης. Δίπλα του ήταν η Αϊντά, η οποία ήρθε στη χώρα μας μόλις πριν από τρία χρόνια από το Σουδάν.
Πρόκειται για δύο πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους σε εντελώς διαφορετικές δεκαετίες, βιώνοντας δύσκολες καταστάσεις αλλά καταφέρνοντας τελικά να ορθοποδήσουν στον νέο τόπο κατοικίας τους.
Είχε μια ζωή στρωμένη στο Χαρτούμ. Η ίδια είναι χειρουργός και καθηγήτρια πανεπιστημίου. Οταν ξέσπασε ο πόλεμος στο Σουδάν, η Αϊντά Μουσταφά πήρε μόλις μία αλλαξιά ρούχα κι έφυγε από το σπίτι με την οικογένειά της, θεωρώντας πως ο πόλεμος θα διαρκέσει 2-3 μέρες.
«Αρχικά φτάσαμε στο Ουάντ Μαντάνι, όπου μείναμε δύο εβδομάδες. Οσο η κατάσταση χειροτέρευε, μετακινηθήκαμε στο Πορτ Σουδάν και μετά πήραμε την τελευταία πτήση που πραγματοποιήθηκε για το Κάιρο», θυμάται η Αϊντά.
Στην Αίγυπτο παρέμειναν έναν μήνα, όταν τελικά αποφάσισαν να έρθουν στην Ελλάδα, καθώς ο επίσης γιατρός σύζυγός της είχε ελληνικό διαβατήριο. Η ευρύτερη οικογένειά της, ωστόσο, έμεινε στην Αίγυπτο.
«Μου λείπουν τα πάντα. Το σπίτι μου, η δουλειά μου, η κοινότητα. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να χωνέψεις πως μια καλή ζωή μέσα σε λίγα λεπτά διαλύθηκε, ήρθαν τα πάνω κάτω», δηλώνει η Αϊντά, η οποία μαθαίνει ελληνικά καθώς θέλει να μπει και πάλι στις χειρουργικές αίθουσες. Ολοκλήρωσε, μάλιστα, με επιτυχία το διδακτορικό της στη χειρουργική μαστού στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο.
Premium έκδοση «Τα ΝΕΑ»






