«Σεισμό» έχει προκαλέσει στην Κύπρο η γνωστοποίηση των ευρημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς, μετά την έρευνα που βασίστηκε στο βιβλίο με τίτλο «Κράτος Μαφία» του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2022. Στις 281 σελίδες του υπήρχε πληθώρα αναφορών για διαφθορά εναντίον πολλών προσώπων, με ιδιαίτερη έμφαση στον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη.
Η Ανεξάρτητη Αρχή στην ανακοίνωση – πόρισμα που εξέδωσε σήμερα περιγράφει αναλυτικά τις έρευνες που διεξήχθησαν βάση των κεφαλαίων του βιβλίου, τα στοιχεία που προέκυψαν από καταθέσεις και τις διώξεις που ασκήθηκαν εις βάρος του Νίκου Αναστασιάδη και άλλων προσώπων.
H Focus Maritime και ο Βγενόπουλος
Ο Μακάριος Δρουσιώτης ισχυρίζεται ότι, μετά την οικονομική κρίση του 2013, ο αποβιώσας Ανδρέας Βγενόπουλος θεωρείτο, κατά την κοινή γνώμη, ένα από τα βασικά πρόσωπα που συνδέονταν με την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που οδήγησαν στην οικονομική κρίση της Κύπρου.
Ισχυρίζεται επίσης ότι, πριν από την κατάρρευση της Λαϊκής, ο Βγενόπουλος διατηρούσε στενές σχέσεις με μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος και ότι, μέσω χρημάτων της Λαϊκής, χρηματοδοτούσε πολιτικά κόμματα και μέσα ενημέρωσης, τα οποία, κατά τον ισχυρισμό του, του παρείχαν προστασία.
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης στην Κύπρο κατέληξαν ότι πράγματι η Focus Maritime Corp χρησιμοποιήθηκε ως όχημα μέσω του οποίου ο Βγενόπουλος, σε συνεργασία με άλλα μέλη της διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας, περιλαμβανομένων στελεχών της Marfin Egnatia Bank, προέβαινε σε πληρωμές προς πολιτικά κόμματα και άλλα πρόσωπα εξουσίας στην Κύπρο, επί των οποίων, σύμφωνα με τα ευρήματα, επιθυμούσε να ασκήσει επιρροή.
Σε σχέση με τον τέως Πρόεδρο, Νίκο Αναστασιάδη, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης κατέληξαν ότι προκύπτει ενδεχόμενη διάπραξη του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας. Το εύρημα αυτό βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη μαρτυρία ότι, ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης Focus Maritime βρισκόταν σε εξέλιξη, ο κ. Αναστασιάδης συναντήθηκε και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κ. Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας και ζητώντας τον τερματισμό ανακρίσεων, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εντοπιστεί ποινικά αδικήματα.

Οι μίζες από τις τράπεζες
Κατά την περίοδο της φούσκας στο Κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα και της προσπάθειας προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων, άνθισε στην Κύπρο, η δράση των «διαμεσολαβητών».
Ο «διαμεσολαβητής» ήταν το πρόσωπο ή η εταιρεία συνήθως δικηγορικό ή λογιστικό γραφείο, που παρέπεμπε ξένους πελάτες στις κυπριακές τράπεζες για άνοιγμα λογαριασμών και διενέργεια τραπεζικών εργασιών.
Ως αντιπαροχή, οι τράπεζες κατέβαλλαν προμήθειες ή άλλα οικονομικά οφέλη, τα οποία καθορίζονταν συνήθως μετά από διαπραγμάτευση και συνδέονταν με την εργασία και τα έσοδα που έφερνε κάθε διαμεσολαβητής στην τράπεζα.
Οι προμήθειες ή άλλα οικονομικά οφέλη δεν καθορίζονταν με ενιαίο ή σταθερό τρόπο, αλλά συνήθως μετά από ξεχωριστή διαπραγμάτευση με κάθε διαμεσολαβητή, λαμβάνοντας υπόψη την εργασία που έφερνε στην τράπεζα και την κερδοφορία που δημιουργούσε.
Το δικηγορικό γραφείο «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι», ήταν από τους μεγαλύτερους διαμεσολαβητές της Τράπεζας Κύπρου και λάμβανε σημαντικά ποσά ως προμήθειες.
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης απεφάνθησαν ότι ο Νίκος Αναστασιάδης, ενώ κατείχε το αξίωμα του Βουλευτή και ταυτόχρονα τη θέση του Προέδρου του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ), καταχράστηκε την επιρροή που μπορεί να ασκούσε σε άλλα πρόσωπα στη λήψη αποφάσεων και ενεργώντας ως «πωλητής επιρροής», επεδίωξε την παραπλανητική κατηγοριοποίηση συναλλαγής με την Λαϊκή Τράπεζα, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική φύση και ο δικαιούχος αυτής.
Συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος την πρακτική των τραπεζών να καταβάλλουν προμήθεια για πελάτες που παραπέμφθηκαν στην τράπεζα από διαμεσολαβητές, έλαβε 250.000 ευρώ από την Λαϊκή Τράπεζα για υποστήριξη στην προεκλογική του εκστρατεία στις Προεδρικές εκλογές του 2013, με πρόσχημα τις εν λόγω προμήθειες, οι οποίες κατηγοριοποιήθηκαν παραπλανητικά στα λογιστικά βιβλία της τράπεζας ως «introducer fees», ήτοι προμήθεια για πελάτες που παραπέμφτηκαν στην Τράπεζα.
Η υπόθεση Ριμπολόβλεβα
Εμπλοκή του Αναστασιάδη προκύπτει και στην επιχείρηση που φέρεται να οργανώθηκε με σκοπό τη σύλληψη της Ελένα Ριμπολόβλεβα στην Κύπρο.
Ο Δρουσιώτης στο βιβλίο του αναφέρεται σε μία οικογενειακή και περιουσιακή διαμάχη μεταξύ του «Ρώσου ολιγάρχη» Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ και της εν διαστάσει συζύγου του, Ελένα Ριμπολόβλεβα, η οποία προέκυψε στο πλαίσιο διαδικασιών διαζυγίου.
Σύμφωνα με τον Δρουσιώτη, η Ριμπολόβλεβα, η οποία υπέβαλε αίτηση διαζυγίου σε Δικαστήριο της Γενεύης, διεκδικούσε ποσό ύψους 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο αντιστοιχούσε στο ήμισυ της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, πρόσωπα τα οποία σχετίζονταν με τον Ριμπολόβλεφ, σε συνεργασία με δικηγόρους και άλλα πρόσωπα στην Κύπρο, φέρονται να προέβησαν σε ενέργειες για την παγίδευση και ποινική δίωξη της Ριμπολόβλεβα, αξιοποιώντας καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αστυνομία από τον δικηγόρο Παναγιώτη Νεοκλέους, σχετικά με πολύτιμο κόσμημα μεγάλης αξίας.
Οι εν λόγω ενέργειες φέρεται να περιλάμβαναν συντονισμό, καθώς και συνεχή ενημέρωση αναφορικά με την πορεία της επιχείρησης, με κρατικούς αξιωματούχους και την Αστυνομία. Η Ριμπολόβλεβα αφίχθη στην Κύπρο στις 24 Φεβρουαρίου 2014 και συνελήφθη δυνάμει εντάλματος που είχε εκδοθεί με βάση την προαναφερόμενη καταγγελία.
Ωστόσο, κατά την εξέλιξη της υπόθεσης προέκυψαν στοιχεία που αμφισβητούσαν τη βασιμότητα των κατηγοριών, ενώ η δημοσιοποίηση της σύλληψης προσέλκυσε έντονο διεθνές ενδιαφέρον.
Έτσι, το σχέδιο παρατεταμένης κράτησης της Ριμπολόβλεβα κατάρρευσε και εκείνη αφέθηκε ελεύθερη.
Μετά την έρευνα οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αποφάνθηκαν ότι ο τέως πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, φέρεται να ενήργησε ως «πρόσωπο που έλαβε ή αποδέχτηκε αθέμιτο πλεονέκτημα», προκειμένου να ασκήσει ή να προτείνει ότι θα ασκήσει, ανάρμοστη επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημόσιων λειτουργών.
Οι αρμόδιοι λήπτες αποφάσεως, ήτοι στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες κρατικές Aρχές και λειτουργοί που ενεπλάκησαν στο θέμα της σύλληψης της κας Ριμπολόβλεβα…

Τα Pandora Papers
Το πόρισμα, βασιζόμενο στα στοιχεία της διεθνούς δημοσιογραφικής έρευνας της κοινοπραξίας ICIJ (Pandora Papers), εστιάζει σε ενδεχόμενες παράνομες δραστηριότητες, όπως η νομιμοποίηση εσόδων μέσω offshore εταιρειών, η απόκρυψη των πραγματικών δικαιούχων, καθώς και οι ανακριβείς δηλώσεις για τη σχέση του τέως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, με τη δικηγορική εταιρεία «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι».
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης επισημαίνουν ότι το εν λόγω δικηγορικό γραφείο φέρεται να λειτουργούσε ως ενδιάμεσος για τη διαχείριση υπεράκτιων δομών. Μέσα από εταιρείες-βιτρίνες (shell companies) σε φορολογικούς παραδείσους, όπως οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι, παρείχε υπηρεσίες σε πελάτες ιδιαίτερα υψηλής οικονομικής επιφάνειας.
Στο μικροσκόπιο βρίσκονται υποθέσεις «χρυσών διαβατηρίων» για Ρώσους υπηκόους. Το γραφείο είχε ενεργό ρόλο στην κατάθεση των σχετικών αιτήσεων, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα γύρω από τις διαδικασίες έγκρισης, τη διαφάνεια και τον έλεγχο της προέλευσης των χρημάτων.
Βάσει των στοιχείων, ο N. Αναστασιάδης, πριν αναλάβει τον προεδρικό θώκο, φέρεται να είχε προσωπική ανάμειξη στον χειρισμό υποθέσεων για λογαριασμό πελατών του γραφείου, πραγματοποιώντας επαφές με κρατικούς αξιωματούχους για ζητήματα πολιτογραφήσεων.
Οι Επιθεωρητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν τη διερεύνηση πιθανών αδικημάτων, όπως κατάχρηση εξουσίας, εμπορία επιρροής, ψευδορκία και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Το ακίνητο στη Δρομολαξιά
Οι ισχυρισμοί αφορούν σε κατ’ ισχυρισμόν αθέμιτες παρεμβάσεις του Νίκου Αναστασιάδη ο οποίος, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, προσπάθησε να προωθήσει συμφέροντα ιδιωτικής εταιρείας για εκμετάλλευση ενός ακίνητου στη Δρομολαξιά.
Στην προσπάθεια του αυτή, παρενέβη σε διάφορους φορείς, ενώ επιστράτευσε και πολιτικά πρόσωπα. Τα συμφέροντα της ιδιωτικής εταιρείας εκπροσωπούσε και προωθούσε ο τότε Βουλευτής Γιώργος Βαρνάβας, ο οποίος, κατ’ ισχυρισμόν, επίσης προέβη σε αθέμιτες παρεμβάσεις.
Για την υπόθεση αυτή, ο τέως Πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, διώκεται για το πλημμέλημα της κατάχρησης εξουσίας και της απόπειρας κατάχρησης εξουσίας.
Στο πόρισμα αναφέρεται ότι παρά το γεγονός ότι, οι παρεμβάσεις του τέως Προέδρου φαίνεται να ήταν καλοπροαίρετες σε μία περίοδο οικονομικής κρίσης και δεν έγιναν προς αποκόμιση προσωπικού οφέλους, τέτοιες ενέργειες δεν ενέπιπταν εντός των καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Παραχώρηση κρατικής γης στην Αρχιεπισκοπή
Ο Δρουσιώτης αναφέρει στο βιβλίο ότι η αγορά ακινήτου στη Λεμεσό από την Άντρη Αναστασιάδη, σύζυγο του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, από την Αρχιεπισκοπή Κύπρου, εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ του τότε Προέδρου και της Αρχιεπισκοπής.
Τον Απρίλιο του 2014 δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα, συμβόλαιο αγοράς ακινήτου της Αρχιεπισκοπής από την κα Αναστασιάδη. Το ακίνητο βρισκόταν στη Λεμεσό, και, κατά τον Δρουσιώτη, η τιμή αγοράς ήταν χαμηλή για την περιοχή και το μέγεθος του ακινήτου.
Ο Δρουσιώτης συνδέει την αγορά αυτή με τη σχέση του τότε Προέδρου με τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄. Υποστηρίζει ότι ο Αρχιεπίσκοπος υπέβαλλε συχνά οικονομικά αιτήματα προς τον τότε Πρόεδρο και ότι ο τελευταίος συνήθως τα ικανοποιούσε.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Δρουσιώτης αναφέρεται και σε προηγούμενη απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η παραχώρηση προς την Αρχιεπισκοπή κρατικής γης μεγάλης αξίας στην Αγία Νάπα. Η παραχώρηση έγινε ως αποζημίωση για Εκκλησιαστική γη στην Έγκωμη, η οποία είχε απαλλοτριωθεί από το Κράτος.
Κατά τον δημοσιογράφο, η παραχώρηση κρατικής γης στην Αρχιεπισκοπή ήταν παράνομη ή αντικανονική, επειδή, όπως γράφει, η Αρχιεπισκοπή δεν δικαιούτο να λάβει κρατική γη ως αντάλλαγμα, αλλά μόνο χρηματική αποζημίωση.
Από την έρευνα προέκυψε το ενδεχόμενο πλημμέλημα κατάχρησης εξουσίας για τον πρώην υπουργός Γεωργία, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Νίκος Κουγιάλη, ο οποίος συμμετείχε στη Διυπουργική Επιτροπή για θέματα παραχώρησης, ανταλλαγής ή εκμίσθωσης κρατικής γης.






