Πολιτική

Το πλαίσιο ισχύος πίσω από Ελλάδα – Τουρκία και ο ρόλος των ΗΠΑ


Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

Στα χαρτιά, η Ανατολική Μεσόγειος είναι ένα κλασικό γεωπολιτικό πεδίο: ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, ενεργειακά κοιτάσματα, στρατιωτικές ισορροπίες. Στην πράξη όμως, όλο και περισσότεροι αναλυτές περιγράφουν κάτι πιο άβολο αλλά και πιο ρεαλιστικό: ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται η Ελλάδα και η Τουρκία δεν διαμορφώνεται πρωτίστως στην Αθήνα ή την Άγκυρα, αλλά σε ένα ευρύτερο σύστημα αποφάσεων που ξεκινά από την Ουάσινγκτον και «μεταφράζεται» στη συνέχεια σε ευρωπαϊκή και περιφερειακή πολιτική.

Όπως έχει σημειώσει χαρακτηριστικά ο Richard Haass του Council on Foreign Relations, «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ελέγχουν τον κόσμο, αλλά συχνά καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο υπόλοιπος κόσμος παίρνει αποφάσεις». Αυτή η φράση, αν μεταφερθεί στην Ανατολική Μεσόγειο, περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο η ατζέντα δεν εμφανίζεται ποτέ ως προϊόν ενός μόνο κέντρου, αλλά ως αποτέλεσμα πολλαπλών επιπέδων επιρροής.

Ανατολική Μεσόγειος: Η Ουάσινγκτον ως «πρώτο φίλτρο» της γεωπολιτικής πραγματικότητας

Στην κορυφή αυτού του συστήματος βρίσκεται η Ουάσινγκτον. Όχι ως απόλυτος ελεγκτής, αλλά ως σημείο εκκίνησης ενός πλέγματος στρατηγικών επιλογών που επηρεάζουν στη συνέχεια την Ευρώπη και, τελικά, την Ανατολική Μεσόγειο.

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική γύρω από το Ισραήλ και το Ιράν δεν είναι απλώς μια διμερής ή περιφερειακή υπόθεση της Μέσης Ανατολής. Είναι ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο οργανώνεται η ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας των ΗΠΑ στην περιοχή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η περιοχή αντιμετωπίζεται ως προέκταση της ευρωατλαντικής ασφάλειας και όχι ως απομονωμένο περιφερειακό πεδίο.

Αναλυτές του CSIS έχουν περιγράψει την Ανατολική Μεσόγειο ως «κόμβο όπου η ενεργειακή ασφάλεια, οι συμμαχίες και οι περιφερειακές συγκρούσεις τέμνονται σε ένα ενιαίο στρατηγικό πεδίο». Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική για Ελλάδα και Τουρκία δεν διαμορφώνεται αποκομμένα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου που περιλαμβάνει τη σταθερότητα του Ισραήλ, την αποτροπή έναντι του Ιράν και τη συνολική ενεργειακή στρατηγική της Δύσης.

Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει και ένας δεύτερος, λιγότερο ορατός μηχανισμός: η διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής πριν από τη θεσμική απόφαση. Ομάδες στρατηγικής ανάλυσης και δίκτυα επιρροής στην Ουάσινγκτον συμβάλλουν στο να οριστεί ποια επιλογή θεωρείται «ρεαλιστική» και ποια όχι. Δεν πρόκειται για κρυφό κέντρο αποφάσεων, αλλά για έναν θεσμοποιημένο μηχανισμό παραγωγής πλαισίων πολιτικής.

Εκεί ακριβώς αρχίζει να σχηματίζεται το πρώτο επίπεδο επιρροής: πριν από το Κογκρέσο, πριν από τις δημόσιες τοποθετήσεις, πριν από τις διπλωματικές ανακοινώσεις, υπάρχει ένας χώρος όπου οργανωμένα δίκτυα πολιτικής επιρροής, think tanks και θεσμικοί δρώντες.

Δεν πρόκειται για κάποια «σκιώδη κυβέρνηση», αλλά για έναν θεσμοποιημένο μηχανισμό παραγωγής ιδεών και πλαισίων. Και αυτός ο μηχανισμός επηρεάζει το εύρος των επιλογών που φτάνουν τελικά στην πολιτική διαδικασία.

Ή, όπως το θέτει πιο ωμά πρώην αξιωματούχος του State Department σε ανάλυση του Brookings: «Η μεγαλύτερη ισχύς δεν είναι να παίρνεις αποφάσεις για τους άλλους, αλλά να ορίζεις ποιες αποφάσεις θεωρούνται καν διαθέσιμες».

Ανατολική Μεσόγειος: Η Ουάσινγκτον ως «πρώτο φίλτρο» της γεωπολιτικής πραγματικότητας

Η Ευρώπη ανάμεσα στην αυτονομία και την προσαρμογή

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται συχνά ως αυτόνομος γεωπολιτικός παίκτης, όμως στην Ανατολική Μεσόγειο λειτουργεί περισσότερο ως ενδιάμεσος μηχανισμός προσαρμογής. Οι ενεργειακές ανάγκες, η σχέση με τις ΗΠΑ και η εξάρτηση από την ευρωατλαντική αρχιτεκτονική ασφάλειας δημιουργούν ένα πλαίσιο στο οποίο οι Βρυξέλλες σπάνια διαμορφώνουν την ατζέντα από την αρχή.

Σε πρόσφατες αναλύσεις του IISS, επισημαίνεται ότι η Ανατολική Μεσόγειος έχει εξελιχθεί σε «πεδίο όπου η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική και οι αμερικανικές γεωπολιτικές προτεραιότητες αλληλεπιδρούν άμεσα, χωρίς να συμπίπτουν πάντα πλήρως». Αυτή η απόσταση είναι κρίσιμη, γιατί δείχνει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική δεν παράγεται σε κενό, αλλά μέσα σε ένα ήδη διαμορφωμένο στρατηγικό περιβάλλον.

Ελλάδα–Τουρκία–ΑΟΖ: το περιφερειακό σημείο τριβής ενός μεγαλύτερου συστήματος

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα αποκτά διαφορετική διάσταση. Δεν εξαφανίζεται η διμερής ένταση, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα όπου οι περιφερειακές ισορροπίες επηρεάζονται από εξωτερικούς στρατηγικούς παράγοντες.

Η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τη θέση της μέσω της εμβάθυνσης της στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ και της ανάπτυξης τριμερών σχημάτων με το Ισραήλ και την Κύπρο.

Η παρουσία μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών σε ερευνητικά projects στην ευρύτερη περιοχή έχει επίσης προσθέσει ένα οικονομικό και γεωστρατηγικό επίπεδο στην εξίσωση, το οποίο υπερβαίνει τα στενά διμερή ζητήματα.

Όπως σημείωνε πρόσφατα ανάλυση του Reuters για τις ενεργειακές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, «οι ενεργειακές επενδύσεις στην περιοχή δεν είναι απλώς εμπορικές κινήσεις, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική διαφοροποίησης της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας μετά το 2022» (Reuters, Energy & Eastern Med coverage).

Η Τουρκία, από την άλλη, ακολουθεί μια πιο αναθεωρητική προσέγγιση στις θαλάσσιες ζώνες, επιχειρώντας να επαναπροσδιορίσει τα όρια επιρροής της μέσω διμερών συμφωνιών και στρατιωτικής παρουσίας σε κρίσιμες περιοχές.

Το αποτέλεσμα είναι ένα συνεχές πεδίο τριβής, όπου κάθε κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα αποτροπής και συμμαχιών.

Η ΑΟΖ ως πολιτικό εργαλείο και όχι τεχνική λεπτομέρεια

Η ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί πλέον ένα καθαρά νομικό ζήτημα οριοθέτησης. Στην πράξη, λειτουργεί ως εργαλείο γεωπολιτικής τοποθέτησης.

Η οριοθέτηση ή μη οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών επηρεάζει άμεσα:
την ενεργειακή στρατηγική της Ευρώπης, τις συμμαχίες ασφάλειας, αλλά και την παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή. Γι’ αυτό και κάθε τεχνική συζήτηση για ΑΟΖ εμπεριέχει ήδη ένα προϋπάρχον πολιτικό πλαίσιο.

Όπως έχει επισημανθεί σε μελέτες του Chatham House για την Ανατολική Μεσόγειο, «οι θαλάσσιες διαφορές δεν είναι μόνο νομικές διαφωνίες, αλλά αντανακλούν ανταγωνισμούς για επιρροή, ενέργεια και στρατηγική πρόσβαση σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς».

Το πραγματικό διακύβευμα: ποιος ορίζει το «εφικτό»

Το πιο κρίσιμο επίπεδο της ανάλυσης δεν είναι ποιος παίρνει τις αποφάσεις, αλλά ποιος ορίζει το φάσμα των πιθανών αποφάσεων. Στην Ανατολική Μεσόγειο, η πολιτική πραγματικότητα διαμορφώνεται πριν από τη θεσμική διαδικασία, μέσα από την αλληλεπίδραση αμερικανικής στρατηγικής, ευρωπαϊκής προσαρμογής και περιφερειακών συμμαχιών.

Έτσι, η ατζέντα Ελλάδας και Τουρκίας δεν προκύπτει αποκλειστικά από διμερείς δυναμικές, αλλά από το πώς αυτές οι δυναμικές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύστημα ασφάλειας και ενέργειας που ξεκινά εκτός περιοχής και επιστρέφει σε αυτήν με συγκεκριμένη μορφή.

Σε αυτό το σημείο, η Ανατολική Μεσόγειος δεν λειτουργεί ως ανεξάρτητο πεδίο αποφάσεων, αλλά ως κόμβος όπου συγκλίνουν τρεις δυναμικές: η αμερικανική στρατηγική αρχιτεκτονική, η ευρωπαϊκή προσαρμογή και οι περιφερειακές διεκδικήσεις Ελλάδας και Τουρκίας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η δημόσια πολιτική αντιπαράθεση συχνά ξεκινά από ένα ήδη προδιαμορφωμένο πλαίσιο επιλογών. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο και λιγότερο ορατό στοιχείο της σημερινής Ανατολικής Μεσογείου.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews