Ο πρώην υπουργός της κυβέρνησης και βουλευτής Μάκης Βορίδης, με την τοποθέτησή του στη βουλή στη συζήτηση για το νέο ευρωπαϊκό σύμφωνο μετανάστευσης, τη μετάτρεψε σε μία εκρηκτική πολιτική αντιπαράθεση, με επίκεντρο τη φράση του που προκάλεσε κύμα αντιδράσεων εντός και εκτός Κοινοβουλίου.
Βορίδης: «Ήταν συγκριτική συλλογιστική και όχι θέση»
Το ερώτημα «να έχουμε το νέο σύμφωνο μετανάστευσης ή να βουλιάξουμε τη βάρκα;» άναψε φωτιές, με την αντιπολίτευση να κάνει λόγο για ακροδεξιά ρητορική μίσους αποτροπής που υπερβαίνει τα όρια του πολιτικού διαλόγου και προσβάλλει το κράτος δικαίου.
Ο πρώην υπουργός επιχείρησε να ανασκευάσει, υποστηρίζοντας ότι η φράση του είχε χαρακτήρα «ρητορικού διλήμματος» στο πλαίσιο της συζήτησης για τα μέτρα αποτροπής των μεταναστευτικών ροών. «Αυτό που είπα ήταν αν προτιμά κανείς να έχει ένα νέο σύμφωνο ή να βουλιάξει μια βάρκα. Ήταν συγκριτική συλλογιστική και όχι θέση», ανέφερε, προσθέτοντας πως η αποτροπή διαφοροποιείται ανάλογα με τα σύνορα, είτε πρόκειται για χερσαία είτε για θαλάσσια.
Ωστόσο, οι διευκρινίσεις του δεν έριξαν τους τόνους.
Πολιτική θύελλα και βαριές καταγγελίες στην Ολομέλεια
Οι αντιδράσεις υπήρξαν άμεσες και έντονες. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Μάντζος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι καλλιεργεί «ακροδεξιό τείχος ρητορικής» και τόνισε πως δεν μπορεί να τίθεται στη Βουλή ένα δίλημμα που εμπεριέχει το ενδεχόμενο να «βουλιάζουν βάρκες», υπογραμμίζοντας ότι κάτι τέτοιο προσβάλλει τις αρχές του κράτους δικαίου.
Αντίστοιχα, ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Γιαννούλης μίλησε για πολιτική δημιουργία εντυπώσεων, ενώ ο εκπρόσωπος της Πλεύσης Ελευθερίας Αλέξανδρος Καζαμίας ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους, σημειώνοντας ότι τέτοιου τύπου αναφορές περί «αποτροπής» δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από πρακτικές που παραβιάζουν θεμελιώδεις κανόνες δικαίου.
Η ένταση μεταφέρθηκε και στο επίπεδο της πολιτικής σημειολογίας, με την αντιπολίτευση να αποδίδει στην κυβέρνηση συνολικά μια πιο σκληρή, αποτρεπτική γραμμή στο μεταναστευτικό, η οποία όπως υποστηρίζουν, κινείται στα όρια της θεσμικής ανοχής.
Η πολιτική διαδρομή του Μάκη Βορίδη στο στόχαστρο
Στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε όχι μόνο η συγκεκριμένη φράση αλλά και η συνολική πολιτική διαδρομή του Μάκη Βορίδη, ο οποίος έχει συνδεθεί με τον χώρο της άκρας δεξιάς (ΕΠΕΝ), στα πρώτα του πολιτικά βήματα, πριν ενταχθεί στη Νέα Δημοκρατία και ακολουθήσει κυβερνητική πορεία.
Η αντιπολίτευση επανέφερε στο προσκήνιο αυτή τη διαδρομή, επιχειρώντας να τη συνδέσει με τη σημερινή ρητορική στο μεταναστευτικό. Από την πλευρά του, ο Μάκης Βορίδης απάντησε ότι οι τοποθετήσεις του αφορούν αποκλειστικά την ανάγκη «αποτελεσματικής αποτροπής» και την εφαρμογή πολιτικών που, όπως υποστηρίζει, ευθυγραμμίζονται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Σύγκρουση για το μοντέλο αποτροπής
Η συζήτηση γρήγορα μετατράπηκε σε ευρύτερη πολιτική σύγκρουση για το μοντέλο διαχείρισης του μεταναστευτικού. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Δημήτρης Καιρίδης υπερασπίστηκε τη γραμμή της κυβέρνησης, επικαλούμενος τη δραστική μείωση των μεταναστευτικών ροών σε σύγκριση με το παρελθόν και κάνοντας λόγο για «συνδυασμένη πολιτική Ελλάδας και Ευρώπης».
Παράλληλα, επιχείρησε να αντικρούσει τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης, αναφερόμενος τόσο στη λειτουργία των δομών στη Λέσβο όσο και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο για το άσυλο και τις επιστροφές.
Η αντιπαράθεση ωστόσο δεν περιορίστηκε στο μεταναστευτικό. Με αφορμή ιστορικές και νομικές αναφορές, η συζήτηση επεκτάθηκε σε ζητήματα διεθνούς δικαίου και ερμηνείας της Σύμβασης της Γενεύης, με αλληλοκατηγορίες για «αναθεωρητισμό» και «ιδεολογικές στρεβλώσεις».
Ρητορική σύγκρουση χωρίς εκτόνωση
Παρά τις προσπάθειες διευκρινίσεων από τον Μάκη Βορίδη, η πολιτική ένταση δεν εκτονώθηκε. Οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στη Βουλή λειτούργησαν ως καταλύτης για μια ευρύτερη αντιπαράθεση γύρω από τα όρια της πολιτικής ρητορικής στο μεταναστευτικό και τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αποτροπή και τις διεθνείς δεσμεύσεις.
Το επεισόδιο ανέδειξε, για ακόμη μια φορά, τη βαθιά ιδεολογική απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και το εύθραυστο πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται πλέον ο δημόσιος λόγος για τη μετανάστευση στην Ελλάδα.






