Οικονομία

Η ακραία ζέστη βλάπτει σοβαρά και την οικονομία – Πόσο κινδυνεύει η Ελλάδα


Ζέστη είναι θα περάσει, προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας κάθε καλοκαίρι, όταν αρχίζουν οι καύσωνες. Μόνο που οι περίοδοι ακραίας ζέστης γίνονται όλο και πιο συχνές και  πιο έντονες. Σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Allianz Research με τίτλο «Too hot to grow», οι καύσωνες εξελίσσονται σε μόνιμο οικονομικό κίνδυνο που απειλεί την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τα δημόσια οικονομικά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η ελληνική οικονομία, όπως και άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, είναι από τις πλέον εκτεθειμένες.

Τα δεδομένα που συγκεντρώνει η έκθεση είναι εντυπωσιακά ως προς την κλίμακά τους. Από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, τα καταγεγραμμένα κύματα καύσωνα παγκοσμίως έχουν επταπλασιαστεί, ενώ ο μέσος αριθμός θανάτων ανά επεισόδιο έχει πενταπλασιαστεί — από 244 νεκρούς ανά συμβάν στη δεκαετία του 1980 σε 1.222 την περίοδο 2020-2024.

Η Ευρώπη πληρώνει δυσανάλογα μεγάλο τίμημα. Ρωσία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Γερμανία ευθύνονται από κοινού για το 68% των καταγεγραμμένων θανάτων παγκοσμίως από καύσωνες. Η Ελλάδα αντιστοιχεί στο 3% του συνόλου.

Πιο ευάλωτη στη ζέστη η Ευρώπη

Μία πρώτη εξήγηση για την «υπερεκπροσώπηση» της Ευρώπης στα θύματα του καύσωνα, είναι ότι οι ανεπτυγμένες οικονομίες διαθέτουν πολύ καλύτερες μεθόδους δημογραφικής στατιστικής απ’ό,τι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες. Για παράδειγμα στις χώρες της ΕΕ υπάρχει συστηματική καταγραφή της υπερβάλλουσας θνησιμότητας που σχετίζεται με την ακραία ζέστη. Αντίθετα, σε χώρες της Αφρικής και της Νότιας Ασίας, οι περισσότεροι θάνατοι από ζέστη περνάνε «κάτω από τα ραντάρ».

Όμως υπάρχουν και αντικειμενικοί λόγοι που η Ευρώπη είναι πιο ευάλωτη στις υψηλές θερμοκρασίες. Η γηραιά ήπειρος διαθέτει υποδομές σχεδιασμένες για το κρύο, όχι για τη ζέστη. Μόλις το 19% των νοικοκυριών έχει κλιματιστικό, έναντι 90% στις ΗΠΑ. Αντίστοιχα, τα περισσότερα κτίρια είναι κατασκευασμένα έτσι ώστε να συγκρατούν θερμότητα. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού και η πυκνή αστική δόμηση αυξάνουν τον κίνδυνο θερμικής καταπόνησης σε περιόδους καύσωνα.

Πώς μεταφράζεται η ζέστη σε οικονομική ζημιά

Η έκθεση εντοπίζει έναν κρίσιμο κατώφλι κινδύνου στους 30 βαθμούς Κελσίου. Κάτω από αυτό το όριο, οι υψηλότερες θερμοκρασίες μπορούν να έχουν ουδέτερη ή και ελαφρώς θετική επίδραση στην οικονομία, καθώς μειώνουν το κόστος θέρμανσης. Πάνω από αυτό το όριο όμως, η εικόνα αντιστρέφεται απότομα.

Για κάθε επιπλέον βαθμό πάνω από 30°C και ως τους 35°C , η ωριαία παραγωγικότητα μειώνεται περίπου κατά περίπου 1,3 δολάρια ΗΠΑ (σε  σταθερή Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης). Πρόκειται για περίπου 3% της μέσης ωριαίας παραγωγικότητας στο δείγμα των χωρών που εξετάζει η Allianz, για την περίοδο 2014-2024 (19 ανεπτυγμένες οικονομίες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα).

Σύμφωνα με τους αναλυτές του πολυεθνικού ασφαλιστικού κολοσσού, οι μισθολογικές προσαρμογές ακολουθούν την παραγωγικότητα με κάποια χρονική υστέρηση. Οπότε, το βραχυπρόθεσμο κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα την κερδοφορία των επιχειρήσεων, προτού μεταφερθεί σταδιακά στο εισόδημα και την κατανάλωση των νοικοκυριών.

Παράλληλα, η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται κατά 1,2% για κάθε βαθμό άνω των 30°C, αυξάνοντας το κόστος εισροών των επιχειρήσεων, ακριβώς τις ώρες που η παραγωγικότητα μειώνεται.

Η ζέστη μας κλέβει και τον ύπνο

Οι εργαζόμενοι δεν επηρεάζονται μόνο κατά τις ώρες εργασίας. Η έρευνα της Allianz επισημαίνει ότι οι νυχτερινές θερμοκρασίες ανεβαίνουν ταχύτερα από τις ημερήσιες σε πολλές περιοχές, με αποτέλεσμα να χάνεται ύπνος, έως και 12 επιπλέον ώρες ετησίως για τα άτομα που ζουν στις πιο εκτεθειμένες περιοχές. Η υποβαθμισμένη ποιότητα ύπνου μεταφράζεται σε μειωμένη γνωστική απόδοση, χειρότερη λήψη αποφάσεων και αυξημένους καρδιαγγειακούς κινδύνους. Όλα τα παραπάνω δεν αφορούν μόνο όσους δουλεύουν σε εξωτερικούς χώρους και εκτίθενται σε ακραίες θερμοκρασίες. Επηρεάζουν και τους συγκριτικά πιο «προστατευμένους» εργαζόμενους των γραφείων, με αρνητικές επιπτώσεις και στην παραγωγικότητα.

Τα σενάρια καταπόνησης και οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ

Για να ποσοτικοποιήσει τους κινδύνους, η Allianz κατασκεύασε ένα σενάριο στο οποίο κάθε χώρα βιώνει, διαδοχικά από το 2026 έως το 2030, τα πέντε θερμότερα έτη που έχει καταγράψει στην περίοδο 2014-2024. Δεν πρόκειται για υποθετικό κλιματικό σενάριο, αλλά για εκτίμηση βασισμένη σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα. Δηλαδή τι θα συνέβαινε αν επαναλαμβάνονταν οι ακραίες θερμοκρασίες που έχουν ήδη καταγραφεί.

Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν μια έντονη διαίρεση μεταξύ βορρά και νότου. Χώρες όπως η Ελβετία, η Ιρλανδία και η Σουηδία, που παραμένουν κάτω από το κατώφλι των 30 βαθμών ακόμα και στο σενάριο καταπόνησης, αναμένεται να γνωρίσουν ακόμα και ελαφρά οφέλη. Οι σωρευτικές αυξήσεις στο ΑΕΠ, σε σύγκριση με το σενάριο βάσης, κυμαίνονται μεταξύ 1% ως 3%. Η πλέον ωφελημένη είναι η Φινλανδία, η οποία σε περίπτωση παρατεταμένης έκθεσης σε ζέστη μπορεί να αυξήσει σωρευτικά το ΑΠΕ της ως και 7%.

Αντίθετα, οι πιο εκτεθειμένες οικονομίες αντιμετωπίζουν σωρευτικές απώλειες ΑΕΠ της τάξης του -5% ως -7% για την περίοδο 2026-2030. Σε απόλυτα μεγέθη, η ευρωπαϊκή οικονομία που κινδυνεύει περισσότερο είναι η Γαλλία, με πιθανές αθροιστικές απώλειες λόγω καύσωνα στα 254 δισεκ. δολάρια ή σχεδόν 206 δισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας.

Ακολουθεί η Ιταλία, με 147 δισ. η Γερμανία με 131 δισ. και η Ισπανία, με 120 δισ. δολάρια (περίπου 126, 112 και 103 δισ. ευρώ αντίστοιχα).

Τον μεγαλύτερο οικονομικό κίνδυνο από τη ζέστη, σε παγκόσμιο επίπεδο, αντιμετωπίζει η Ιαπωνία, με πιθανές σωρευτικές απώλειες στο ΑΕΠ της τάξης των 354 δισ. δολαρίων (ή 303,5 δισ. ευρώ), ως το 2030.

Πόσο κινδυνεύει η Ελλάδα

H Eλλάδα βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα. Η σωρευτική απόκλιση στο ΑΕΠ, σε σύγκριση με το σενάριο βάσης, κυμαίνεται στο -4,1%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε πιθανές αθροιστικές απώλειες 13 δισεκ. ευρώ.

Στο σενάριο της Allianz η ελληνική οικονομία εμφανίζεται πιο ευάλωτη στον καύσωνα σε σύγκριση με χώρες όπως η Σλοβακία, η Πορτογαλία, η Τσεχία και το Βέλγιο, που αντιμετωπίζουν συγκριτικά πολύ μικρότερες ως ελάχιστες απώλειες στο ΑΕΠ.

Από εκεί και πέρα, οι ισορροπίες αντιστρέφονται, με Δανία, Αυστρία και Ολλανδία να είναι οριακά ωφελημένες από την άνοδο της θερμοκρασίας.

Μείωση επενδύσεων

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το εύρημα που αφορά τις επενδύσεις. Σχεδόν σε κάθε χώρα που πλήττεται, η μείωση του σχηματισμού παγίου κεφαλαίου υπερβαίνει κατά πολύ τη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, φτάνοντας κατά μέσο όρο στο 8%. Καθώς η ζέστη περιορίζει τις αναμενόμενες αποδόσεις, οι επενδύσεις συρρικνώνονται, γεγονός που υπονομεύει τη μελλοντική παραγωγική ικανότητα σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο επιβράδυνσης. Η σωρευτική μείωση των επενδύσεων για την Ελλάδα κυμαίνεται στον μέσο όρο των χωρών του δείγματος, δηλαδή στο -8%, ε

Δημοσιονομικές πιέσεις και στασιμοπληθωρισμός

Η έκθεση προειδοποιεί για άλλη μια παράδοξη δυναμική: τα κύματα καύσωνα τείνουν να δημιουργούν στασιμοπληθωριστικές συνθήκες, με ταυτόχρονη άνοδο τιμών και ανεργίας.

Αυτό δυσκολεύει εξαιρετικά τις κεντρικές τράπεζες, που βρίσκονται μπροστά σε ένα δίλημμα χωρίς εύκολη λύση. Η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής για να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός επιδεινώνει την ανεργία, ενώ η χαλάρωση για να στηριχθεί η αγορά εργασίας εξυπηρετεί την περαιτέρω άνοδο των τιμών. Η αντίφαση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ευρωζώνη, όπου ένα ενιαίο επιτόκιο καλείται να εξυπηρετήσει οικονομίες με πολύ διαφορετική κλιματική έκθεση.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους οικονομολόγους της Allianz, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να μειωθεί σωρευτικά κατά -4%, από το 2026 ως το 2030, εφόσον επιβεβαιωθούν τα κλιματολογικά σενάρια του καύσωνα.  Αντίστοιχα, προβλέπει αύξηση της ανεργίας κατά 1%και αύξηση του πληθωρισμού κατά 2,5%.

Δημοσιονομικό ισοζύγιο

Παράλληλα, τα δημόσια οικονομικά δέχονται αμφίπλευρες πιέσεις. Η ακραία ζέστη έχει αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ και στην παραγωγικότητα, μειώνοντας τα έσοδα από φόρους. Ταυτόχρονα αυξάνονται οι δαπάνες για υγεία, επιδόματα και αποκατάσταση υποδομών – ακριβώς λόγω των επιπτώσεων της ζέστης. Η διαταραχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στα συστήματα ενέργειας, λόγω καύσωνα, συμβάλλει επίσης στη μείωση των εσόδων.

Κατά μέσο όρο, τα δημοσιονομικά ισοζύγια των ευρωπαϊκών χωρών θα μπορούσαν να επιδεινωθούν κατά – 0,5% του ΑΕΠ ετησίως. Για χώρες όπως η Γαλλία, που ήδη φέρει έλλειμμα 4,9% του ΑΕΠ, η πρόσθετη πίεση των 2,2 ποσοστιαίων μονάδων είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Η Ιταλία και η Ισπανία κινδυνεύουν να παραβιάσουν εκ νέου το όριο του Μάαστριχτ για το έλλειμμα.

Η Ελλάδα, σημειώνει η έρευνα βρίσκεται σε ελαφρώς καλύτερη θέση, αφού έχει μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο. Όμως κινδυνεύει επίσης από απώλεια εσόδων της τάξης του 1% του ΑΕΠ ετησίως, με πιθανή πίεση στο δημοσιονομικό ισοζύγιο, λόγω ζέστης, ως 1,1% του ΑΕΠ.

Η πλήρης έκθεση της Αllianz ΕΔΩ



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews