Γράφει ο Αντώνης Ζήβας
Έχουν περάσει περισσότερα από δύο χρόνια μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και την καταστροφική στρατιωτική απάντηση του Ισραήλ στη Γάζα, με την ισραηλινή κοινωνία να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση που ξεπερνά τα στενά στρατιωτικά όρια της σύγκρουσης.
Πίσω από τους βομβαρδισμούς, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τις συνεχείς περιφερειακές στρατιωτικές συγκρούσεις στη Γάζα, στον Λίβανο, στη Συρία και το Ιράν, διαμορφώνεται μια βαθύτερη και πιο επικίνδυνη πραγματικότητα: η ψυχική αποσύνθεση μιας κοινωνίας που ζει επί χρόνια σε καθεστώς πολέμου.
Το τραύμα έχει αρχίσει να διαπερνά κάθε επίπεδο της καθημερινότητας των ισραηλινών πολιτών. Από τους στρατιώτες που επιστρέφουν από το μέτωπο με σοβαρές ψυχικές διαταραχές μέχρι τις οικογένειες που ζουν μέσα στον φόβο, την καχυποψία και την επιθετικότητα, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές και ψυχολόγοι περιγράφουν μια κοινωνία που μετασχηματίζεται βίαια από τη διαρκή σύγκρουση.
Τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται μέσα στο ίδιο το Ισραήλ αποτυπώνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Σύμφωνα με έρευνα της Maccabi Healthcare Services, περίπου ένας στους τρεις Ισραηλινούς χρειάζεται ψυχολογική ή ψυχιατρική υποστήριξη. Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο μεταξύ των στρατιωτών και των εφέδρων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις μετά το 2023.
Το Υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ ανακοίνωσε ότι τα περιστατικά διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD) μεταξύ των στρατιωτικών αυξήθηκαν σχεδόν κατά 40% από τον Σεπτέμβριο του 2023, ενώ οι προβλέψεις κάνουν λόγο για εκρηκτική αύξηση που μπορεί να αγγίξει το 180% έως το 2028.
Παράλληλα, ισραηλινά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ότι η κυβέρνηση δεν έχει δημοσιοποιήσει τον πραγματικό αριθμό στρατιωτών που απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία για λόγους ψυχικής υγείας, παρά το γεγονός ότι υποχρεούται νομικά να το πράξει.
Η πίεση είναι τόσο μεγάλη ώστε ακόμη και η Magen David Adom, η εθνική υπηρεσία άμεσης βοήθειας του Ισραήλ, δημιούργησε ειδική γραμμή επείγουσας ψυχικής υποστήριξης, έπειτα από αύξηση τουλάχιστον της τάξης του 45% στις σχετικές κλήσεις για ψυχολογική βοήθεια. Κλήσεις, όπου σύμφωνα με την ίδια την υπηρεσία, συνδέονται άμεσα με την ψυχολογική επιβάρυνση που προκαλούν οι συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις.

Μια κοινωνία που ζει μόνιμα μέσα σε μία διαρκή απειλή
Η ισραηλινή κοινωνία έχει οικοδομηθεί ιστορικά γύρω από την έννοια της απειλής και της ασφάλειας. Ωστόσο, οι εξελίξεις μετά την 7η Οκτωβρίου φαίνεται να διέλυσαν ακόμη και την ψευδαίσθηση ελέγχου που υπήρχε μέχρι τότε.
Ο Ισραηλινός ψυχίατρος και βετεράνος στρατιωτικός Tuly Flint, ο οποίος έχει πάρει μέρος σε μάχες, περιέγραψε εκείνη την ημέρα (σ.σ. την 7η Οκτωμβρίου) ως «έναν διακόπτη που άλλαξε τα πάντα».
Όπως εξήγησε, μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας είχε πειστεί ότι η στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή του Ισραήλ μπορούσε να κρατήσει τον πόλεμο μακριά από την καθημερινότητα των πολιτών. Η επίθεση της Χαμάς κατέρριψε αυτή την πεποίθηση μέσα σε λίγες ώρες.
«Οι άνθρωποι έχασαν την εμπιστοσύνη τους στο κράτος, στην κυβέρνηση και στους θεσμούς», ανέφερε χαρακτηριστικά. Το αίσθημα εγκατάλειψης, σύμφωνα με τον ίδιο, εξελίσσεται σε συλλογική ψυχολογική κρίση, με πολλούς πολίτες να στρέφονται ακόμη και σε πιο ακροδεξιές πολιτικές αντιλήψεις, θεωρώντας ότι μόνο εάν η βία απαντηθεί με μεγαλύτερη βία μπορεί να τους προστατεύσει.
Οι συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις ενισχύουν την ακροδεξιά ιδεολογία και τον εθνικισμό
Η τάση αυτή αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις. Έρευνα του ιστότοπου N12 έδειξε ότι η γενιά των νέων Ισραηλινών που ενηλικιώθηκε μέσα στον πόλεμο εμφανίζεται πιο δεξιά, πιο εθνικιστική και πιο θρησκευόμενη από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά.
Σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες ηλικίας 18 έως 21 ετών θεωρούν ότι η 7η Οκτωβρίου προήλθε από «εσωτερική προδοσία», μια αντίληψη που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη δυσπιστία και τον κοινωνικό διχασμό.
Ταυτόχρονα, αυξάνεται η κοινωνική βία. Τα περιστατικά ενδοοικογενειακής κακοποίησης, οι κρίσεις πανικού, η κατάθλιψη και οι ψυχικές διαταραχές καταγράφουν αλματώδη άνοδο. Ο ίδιος ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, μίλησε δημόσια για μια «διαδικασία βαναυσοποίησης» της κοινωνίας, εκφράζοντας ανησυχία για τη συνεχή εξοικείωση με τη βία.
Οι δηλώσεις του ήρθαν σε μια περίοδο όπου αυξάνονταν οι επιθέσεις Ισραηλινών εποίκων κατά Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, αλλά και οι επιθέσεις εναντίον χριστιανικών κοινοτήτων και θρησκευτικών χώρων.
Η βία φαίνεται να μετατρέπεται σταδιακά από έκτακτη συνθήκη πολέμου σε κανονικοποιημένο στοιχείο της καθημερινής ζωής.
Η βία ως δομικό στοιχείο του σιωνισμού
Για αρκετούς Ισραηλινούς αναλυτές, η σημερινή κρίση δεν γεννήθηκε το 2023. Ο κοινωνιολόγος Yehouda Shenhav-Shahrabani υποστηρίζει ότι η βία αποτελεί δομικό στοιχείο του ισραηλινού κράτους ήδη από την ίδρυσή του το 1948.
Κατά την άποψή του, η 7η Οκτωβρίου δεν δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα, αλλά λειτούργησε ως επιταχυντής υπαρχουσών τάσεων.
Η κοινωνία, όπως υποστηρίζει, δεν οδηγήθηκε σε μεγαλύτερη ενσυναίσθηση ή αναζήτηση ειρηνικής συνύπαρξης, αλλά σε βαθύτερη ριζοσπαστικοποίηση υπέρ των στρατιωτικών μέτρων.
Ο ίδιος περιγράφει μια κοινωνία που μετακινείται ολοένα και περισσότερο προς τον αυταρχισμό και τον εθνικισμό. «Υπήρχε πάντα ένα φασιστικό στοιχείο μέσα στον σιωνισμό, αλλά επί δεκαετίες καλυπτόταν από πιο φιλελεύθερες τάσεις. Μετά την 7η Οκτωβρίου έγινε πλέον ορατό παντού», σημειώνει.
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο την πολιτική. Συνδέεται άμεσα με την ψυχολογία μιας κοινωνίας που μεγαλώνει μέσα στη λογική της μόνιμης πολιορκίας. Όταν ο φόβος γίνεται διαρκής κατάσταση, η επιθετικότητα παρουσιάζεται ως φυσική άμυνα και η βία αποκτά ηθική νομιμοποίηση.
Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ Ζαχάβα Σολομών, που μελετά επί δεκαετίες τις επιπτώσεις του πολέμου στην ψυχική υγεία, εξηγεί ότι τα συλλογικά τραύματα μπορούν να οδηγήσουν μια κοινωνία σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: είτε προς τη διαπραγμάτευση και την ειρηνική συνύπαρξη είτε προς ακόμη μεγαλύτερη επιθετικότητα.
Στην περίπτωση του Ισραήλ, το ιστορικό τραύμα του Ολοκαυτώματος και η διαρκής επίκληση του «ποτέ ξανά» έχουν δημιουργήσει μια κουλτούρα διαρκούς αίσθησης απειλής. Πολλοί Ισραηλινοί μεγαλώνουν με την πεποίθηση ότι η επιβίωση εξαρτάται αποκλειστικά από τη στρατιωτική ισχύ του κράτους.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι αυτή η λογική παράγει έναν αέναο κύκλο βίας. Το τραύμα γεννά φόβο, ο φόβος γεννά επιθετικότητα και η επιθετικότητα δημιουργεί νέο τραύμα – τόσο στους Ισραηλινούς όσο φυσικά και στους Παλαιστινίους.
PTSD – Η αόρατη πληγή κάθε πολέμου από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως σήμερα
Το μετατραυματικό στρες (PTSD) δεν αποτελεί ούτε νέο ούτε αποκλειστικά ισραηλινό φαινόμενο. Κάθε μεγάλος πόλεμος του τελευταίου αιώνα άφησε πίσω του στρατιώτες που επέστρεψαν σωματικά ζωντανοί αλλά ψυχικά διαλυμένοι.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χιλιάδες στρατιώτες εμφάνισαν αυτό που τότε ονομαζόταν «shell shock» (σοκ των χαρακωμάτων ) ή «battle fatigue» (.πολεμική εξουθένωση).
Άνθρωποι που είχαν ζήσει για μήνες μέσα σε βομβαρδισμούς, χαρακώματα και μαζικούς θανάτους παρουσίαζαν νευρικά ξεσπάσματα, αϋπνίες, παρανοϊκές κρίσεις και αδυναμία επιστροφής στην κανονική ζωή.
Την εποχή εκείνη, οι κοινωνίες δεν είχαν ακόμη κατανοήσει το βάθος της ψυχικής καταστροφής που προκαλεί ο πόλεμος. Πολλοί στρατιώτες αντιμετωπίζονταν ως «δειλοί» ή ψυχικά αδύναμοι, ενώ αρκετοί κατέληγαν σε ψυχιατρικά ιδρύματα χωρίς ουσιαστική θεραπεία.
Στον πόλεμο του Βιετνάμ, η πραγματικότητα έγινε ακόμη πιο σκληρή. Εκατοντάδες χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες επέστρεψαν στις Ηνωμένες Πολιτείες με σοβαρά συμπτώματα PTSD.
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Βετεράνων, περίπου το 30% όσων υπηρέτησαν στο Βιετνάμ εμφάνισαν μετατραυματικές διαταραχές κάποια στιγμή στη ζωή τους.
Πολλοί οδηγήθηκαν στον αλκοολισμό, στη χρήση ναρκωτικών, στη βίαιη συμπεριφορά και στις αυτοκτονίες. Η αμερικανική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων, κατεστραμμένων ψυχικά, που δεν μπορούσαν να επανενταχθούν στην κοινωνία, επειδή ο πόλεμος συνέχιζε να ζει μέσα στο μυαλό τους.
Παρόμοια εικόνα παρουσιάστηκε και μετά τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν δραματική αύξηση αυτοκτονιών μεταξύ βετεράνων, ενώ πολλές έρευνες έδειξαν ότι σε ορισμένες περιόδους περισσότεροι Αμερικανοί στρατιώτες ήταν αυτοί που πέθαιναν από αυτοκτονία, παρά στο ίδιο το πεδίο μάχης.
Οι ψυχολόγοι επισημαίνουν ότι ο σύγχρονος πόλεμος δημιουργεί ακόμη πιο σύνθετα τραύματα. Οι στρατιώτες καλούνται να επιχειρούν σε αστικά περιβάλλοντα, ανάμεσα σε αμάχους, παιδιά και κατεστραμμένες πόλεις.
Η συνεχής έκθεση στον θάνατο, στις εικόνες φρίκης και στις ηθικές ενοχές (όπου υπάρχουν) για απώλειες αμάχων δημιουργεί ψυχικές πληγές που συχνά δεν επουλώνονται ποτέ.
Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει σήμερα και στο Ισραήλ. Οι στρατιώτες που επιστρέφουν από τη Γάζα μεταφέρουν μαζί τους εικόνες ακραίας βίας, θανάτου και καταστροφής. Και όπως έχει αποδείξει η ιστορία, κανένα κράτος δεν μπορεί να βγει αλώβητο όταν μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει μέσα στην παρανοϊκή ψυχολογία του πολέμου.
Οι πόλεμοι αποφασίζονται μακριά από τα χαρακώματα
Υπάρχει μια σταθερή ιστορική ειρωνεία που επαναλαμβάνεται σε κάθε σύγκρουση. Εκείνοι που αποφασίζουν τους πολέμους είναι συνήθως οι άνθρωποι που δεν θα βρεθούν ποτέ στο πεδίο της μάχης.
Πολιτικοί ηγέτες, κυβερνήσεις, στρατιωτικά επιτελεία και οικονομικά συμφέροντα καθορίζουν τις στρατηγικές μέσα από ασφαλή γραφεία, αίθουσες συνεδριάσεων και διπλωματικά τραπέζια. Δεν ακούν τις σειρήνες, δεν ζουν μέσα στα ερείπια, δεν βλέπουν τους νεκρούς συναδέλφους τους δίπλα τους ούτε επιστρέφουν τη νύχτα από το πεδίο της μάχης με εφιάλτες.
Το τίμημα το πληρώνουν άλλοι. Οι άμαχοι που χάνουν σπίτια και οικογένειες. Οι νέοι στρατιώτες που επιστρέφουν με ακρωτηριασμένα σώματα ή κατεστραμμένες ψυχές. Οι κοινωνίες που μαθαίνουν να ζουν με τον φόβο, τη βία και την παράνοια.
Από το Βιετνάμ μέχρι το Ιράκ και από τη Γάζα μέχρι κάθε σύγχρονη σύγκρουση, ο πόλεμος αφήνει πίσω του πολλά περισσότερα από νεκρούς. Δημιουργεί κοινωνίες τραυματισμένες, ανθρώπους ψυχικά διαλυμένους και γενιές που μεγαλώνουν θεωρώντας τη βία μία φυσιολογική κατάσταση.
Κανένα στρατιωτικό δόγμα και καμία γεωπολιτική ανάλυση δεν μπορούν να αποτυπώσουν πλήρως το ανθρώπινο κόστος. Γιατί ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν σταματούν οι βομβαρδισμοί. Συνεχίζεται για δεκαετίες μέσα στο μυαλό όσων επέζησαν.






