Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Τουρκία για το γεγονός ότι δεν επιτρέπει σε ιερείς να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια ελληνικών ορθόδοξων ιδρυμάτων, ως επί το πλείστον εκκλησιών και σχολείων.
Δύο Ελληνορθόδοξοι ιερείς, οι Νίκος Μαυράκης και Κορκ Κασαπόγλου εξελέγησαν μέλη στα διοικητικά συμβούλια μειονοτικών ιδρυμάτων μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη, αλλά στη συνέχεια είδαν τις τουρκικές αρχές τους απομάκρυναν από τα πόστα που εξελέγησαν εξαιτίας της ιδιότητάς τους ως κληρικών, μια κίνηση για την οποία το ανώτατο ευρωπαϊκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων έκρινε την Τρίτη ότι δεν είχε την παραμικρή νομική βάση.
Δυστυχώς ο πατέρας Νίκος Μαυράκης, είχε έκτοτε αποβιώσει και είναι μια από τις γλυκόπικρες περιπτώσεις που ένας άνθρωπος δικαιώνεται μετά θάνατον. Για την ακρίβεια δικαιώθηκε ο αγώνας του πατέρα Μαυράκη.
Οι ιερείς είχαν προσφύγει σε όλα τα αρμόδια δικαστήρια, πρωτόδικα, εφετείο και το συνταγματικό και εκπροσωπήθηκαν στο ΕΔΔΑ από τους Στέφανο Σταύρος (αναφέρεται έτσι το επώνυμό του σε όλα τα επίσημα έγγραφα, εξαιρετικά έμπειρος δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων) και Πάρη Ασανάκη.
Γιατί το δικαστήριο καταδίκασε την Τουρκία
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι η Τουρκία παραβίασε το δικαίωμα των ιερέων στο συνεταιρίζεσθαι, πλήττοντας ταυτόχρονα τις διατάξεις για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, αφού οι αρχές τους εμπόδισαν να ασκούν καθήκοντα σε ιδρύματα που διαχειρίζονται εκκλησίες, σχολεία και άλλα ιδρύματα συνδεδεμένα με την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης.
Οι ιερείς είχαν εκλεγεί κατά τα έτη 2011 και 2012 σε τρία ιδρύματα της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Οι τουρκικές αρχές τους απέκλεισαν υποστηρίζοντας ότι οι κληρικοί δεν μπορούν να συμμετέχουν σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, προβάλλοντας ότι τα μειονοτικά ιδρύματα οφείλουν να έχουν «κοσμική διοικητική δομή».
Οι ιερείς πέρασαν έναν «δικαστικό μαραθώνιο» πολλών ετών στην Τουρκία, όπου ακόμα και όταν δικαιώνονταν από τα δικαστήρια, τα τελευταία δήλωναν αναρμόδια για να ανατρέψουν τις ακυρώσεις των εκλογών με τις οποίες πήραν τις θέσεις στα εν λόγω ΔΣ.
Χαρακτηριστικό είναι πως ακόμα και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας έκρινε ότι τα δικαιώματά τους είχαν παραβιαστεί, αλλά το βασικό πρόβλημα δεν επιλύθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο.
Όπως αναφέρεται και στο σκεπτικό του δικαστηρίου που θα βρείτε μεταφρασμένο παρακάτω, η τουρκική πλευρά σε καμία στιγμή δεν υπέδειξε οποιονδήποτε νόμο, ο οποίος απαγορεύει ρητά σε ιερείς να μετέχουν σε μειονοτικά ιδρύματα. Επισήμανε χαρακτηριστικά «την πλήρη απουσία οποιασδήποτε σαφούς, προσβάσιμης και προβλέψιμης νομικής βάσης ικανής να δικαιολογήσει την παρέμβαση».
Η τουρκική νομοθεσία μάλιστα επιτρέπει στα ιδρύματα ελληνορθόδοξων, αρμενικών και άλλων μειονοτήτων να διαχειρίζονται εκκλησίες, σχολεία, νεκροταφεία και την κοινοτική περιουσία. Η απόφαση αυτή, δημιουργεί νομικό προηγούμενο, οπότε οποιαδήποτε άλλο μέλος θρησκευτικής μειονότητας αντιμετωπίσει αντίστοιχη ακύρωση από την θέση στην οποία έχει εκλεγεί νόμιμα, η Τουρκία θα καταδικάζεται αυτόματα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η Τουρκία διατάχθηκε να αποζημιώσει τους ιερείς
Το δικαστήριο του Στρασβούργου απένειμε σε κάθε ενάγοντα αποζημίωση ύψους 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη και διέταξε την Τουρκία να πληρώσει τα ποσά. Το ακόμα χειρότερο για την Τουρκία είναι πως αποφάσεις όπως αυτή λειτουργούν εναντίον της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνές οργανισμούς, καθώς καταγράφονται ως κινήσεις εναντίον της θρησκευτικής ελευθερίας και στην περίπτωση αυτή και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
Όπως έχει αναφερθεί ως μόνιμη επωδός στις επιδιώξεις της Τουρκίας, για την πλήρη ένταξη της χώρας στην ΕΕ, απόλυτη προϋπόθεση παραμένουν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Όπου τα ζητήματα του Κράτους Δικαίου, της διαφθοράς και των πολιτικών και θρησκευτικών ελευθεριών αποτελούν τροχοπέδη για τα ευρωπαϊκά όνειρα της Τουρκίας.
Αντίστοιχα το Συμβούλιο της Ευρώπης, ζήτησε ξανά την Τρίτη από την Τουρκία να σεβαστεί το δικαίωμα στο συνέρχεσθαι και την δικαστική ανεξαρτησία, καταγγέλοντας παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι δικαστές τόνισαν χαρακτηριστικά ότι «οι ενώσεις που ιδρύονται ειδικά για την προστασία της πολιτιστικής ή πνευματικής κληρονομιάς, την επιδίωξη κοινωνικών ή οικονομικών στόχων, τη διάδοση ή τη διδασκαλία μιας θρησκείας, ή την προάσπιση μιας εθνοτικής ή μειονοτικής ταυτότητας, διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας».
«Ο πλουραλισμός βασίζεται πράγματι στην πραγματική αναγνώριση και τον σεβασμό της πολιτιστικής, εθνοτικής και θρησκευτικής πολυμορφίας, και η αρμονική αλληλεπίδραση μεταξύ ατόμων και ομάδων με διαφορετικές ταυτότητες είναι ουσιαστικής σημασίας για την κοινωνική συνοχή», πρόσθεσε το δικαστήριο.
Τι αναφέρει το ΕΔΔΑ στο σκεπτικό της απόφασής του
Παρουσιάζοντας τα πιο σημαντικά μέρη του σκεπτικού του δικαστηρίου που δικαίωσε την προσφυγή των ιερέων, αφαιρέθηκαν οι παραπομπές, οι οποίες υπάρχουν στο αρχικό κείμενο που είναι γραμμένο στα γαλλικά.
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι τα (σ.σ. αντιμαχόμενα) μέρη διαφωνούσαν ως προς το αν η επίμαχη παρέμβαση «προβλεπόταν από το νόμο». Ως εκ τούτου, θα εξετάσει την ύπαρξη νομικής βάσης για την εν λόγω παρέμβαση. Για τον σκοπό αυτό, θα εξετάσει διαδοχικά, αφενός, εάν υπήρχε νομική βάση που απαγόρευε στα μέλη του κλήρου να συμμετέχουν στα διοικητικά όργανα των ιδρυμάτων στην Τουρκία και, αφετέρου, εάν η Διεύθυνση είχε την αρμοδιότητα να διαγράψει ένα εκλεγμένο πρόσωπο που ασκούσε κληρικές λειτουργίες στο πλαίσιο των εν λόγω οργάνων.
Σχετικά με αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει εξ αρχής ότι η Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε καμία διάταξη του εσωτερικού δικαίου που να δικαιολογεί τη διαγραφή μελών του κλήρου, ή γενικότερα ιερέων, από τα διοικητικά όργανα των ιδρυμάτων στην Τουρκία. Πράγματι, τα στοιχεία του εσωτερικού δικαίου που υπέβαλαν τα μέρη δείχνουν ότι η νομοθεσία που ίσχυε κατά την εποχή των γεγονότων δεν προέβλεπε καμία απαγόρευση προς αυτή την κατεύθυνση.
Ειδικότερα, το άρθρο 31 του κανονισμού περί ιδρυμάτων καθόριζε μόνο τις ακόλουθες προϋποθέσεις εκλογιμότητας: να είναι πολίτης της Δημοκρατίας της Τουρκίας, να είναι άνω των δεκαοκτώ ετών και να διαμένει στην εκλογική περιφέρεια· σε αυτές προστέθηκαν, για τους υποψηφίους, η απαίτηση να είναι τουλάχιστον κάτοχοι πτυχίου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και η απουσία καταδικών για ορισμένα αδικήματα. Δεν αμφισβητείται ότι οι προσφεύγοντες πληρούσαν το σύνολο των εν λόγω προϋποθέσεων και ότι η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαγόρευε σε καμία περίπτωση στα μέλη του κλήρου να συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο των ιδρυμάτων, εφόσον πληρούσαν τα καθορισμένα κριτήρια.
Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, η Διεύθυνση προσπάθησε να στηριχθεί στη Συνθήκη της Λωζάννης και στα παραρτήματά της για να δικαιολογήσει τον επίμαχο αποκλεισμό των προσφευγόντων, υποστηρίζοντας ότι η ιδιότητα των ενδιαφερομένων ως δικαστικών γραμματέων ήταν, εκ φύσεως, ασυμβίβαστη με τη συμμετοχή τους στα διοικητικά όργανα των κοινοτικών ιδρυμάτων.
Ωστόσο, κανένα εσωτερικό δικαστήριο δεν δέχθηκε την εν λόγω επιχειρηματολογία. Ειδικότερα, το 3ο Διοικητικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης διαπίστωσε ρητά ότι ο περιορισμός της εκλεξιμότητας ενός προσώπου λόγω της ιδιότητάς του ως κληρικού δεν είχε καμία νομική βάση.
Το Δικαστήριο παρατηρεί εν προκειμένω ότι, αν και τα διοικητικά δικαστήρια τελικά απέρριψαν την αρμοδιότητά τους να αποφανθούν επί της ουσίας, η εν λόγω διαδικαστική έκβαση δεν είχε ως αποτέλεσμα να νομιμοποιήσει την επίμαχη πράξη.
Αντίθετα, η διεξαγωγή της διαδικασίας καταδεικνύει την πλήρη απουσία σαφούς, προσβάσιμου και προβλέψιμου νομικού θεμελίου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την παρέμβαση. Η επιχειρηματολογία της Διεύθυνσης δεν βρήκε καμία απήχηση ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων.
Το Δικαστήριο επισημαίνει, επιπλέον, ότι η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα νομοθετικό κείμενο, καμία διοικητική εγκύκλιο ούτε κανένα άλλο κανονιστικό έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η Διεύθυνση διέθετε ρητή ή σιωπηρή αρμοδιότητα που της επέτρεπε να διαγράψει ένα νόμιμα εκλεγμένο πρόσωπο λόγω της ιδιότητάς του ως κληρικού.
Αντίθετα, τα διοικητικά δικαστήρια πρώτου βαθμού σημείωσαν ότι η Διεύθυνση ενήργησε χωρίς καμία νομική βάση, υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια των αρμοδιοτήτων της. Τόνισαν ρητά ότι η διοίκηση διαθέτει μόνο περιορισμένη εξουσία ελέγχου, χωρίς εξουσία ακύρωσης ή επικύρωσης.
Βεβαίως, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε τις αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων. Ωστόσο, προτού αποποιηθεί την αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, αναγνώρισε το ίδιο ότι η επίμαχη πράξη ήταν ελαττωματική λόγω υπέρβασης εξουσίας, υπογραμμίζοντας ότι «η εξουσία ελέγχου της Διεύθυνσης (…) περιοριζόταν στο να επαληθεύει εάν η εκλογή των διοικητικών συμβούλων των κοινοτικών ιδρυμάτων είχε διεξαχθεί σύμφωνα με τον νόμο και τον κανονισμό» και ότι η εν λόγω αρχή, όταν διαπίστωνε ότι η εκλογή είχε διεξαχθεί κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, δεν μπορούσε, κατά την άσκηση των εξουσιών της, να κηρύξει την ακύρωση της ψηφοφορίας ούτε να επικυρώσει τη νομιμότητά της.
Σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, σε περίπτωση παρατυπίας, αρμόζει αποκλειστικά στη Διεύθυνση να προσφύγει στο δικαστήριο της δικαστικής τάξης προκειμένου να ζητήσει την ακύρωση ή την επανάληψη της εκλογής. Τα συμπεράσματα αυτά, αν και οδήγησαν σε απόφαση περί αναρμοδιότητας, αποδεικνύουν αναμφισβήτητα ότι η Διεύθυνση ενήργησε χωρίς καμία νομική βάση.






