Η Ευρώπη δεν περνά απλώς μια δύσκολη περίοδο αλλεπάλληλων αναταράξεων, πλέον οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν οτι εισέρχεται σε μια νέα εποχή όπου η διαχείριση κρίσεων γίνεται βασικός παράγοντας στη χάραξη στρατηγικής από τις κυβερνήσεις.
Το παλιό μοντέλο της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας δείχνει να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τις σημερινές προκλήσεις
Στην Κομισιόν αποφεύγουν να μιλούν για μονιμοποίηση της κρίσης, αλλά οι εκτιμήσεις των ευρωπαίων τεχνοκρατών, όλο και συχνότερα περιλαμβάνουν αντίστοιχα σενάρια.
Η Ευρώπη και το παλιό μοντέλο
Για αρκετές κυβερνήσεις, το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν διαρκεί περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζαν οι αγορές, αλλά οτι η Ευρώπη δεν προλαβαίνει πλέον να επιστρέψει σε σταθερότητα πριν εμφανιστεί η επόμενη εστία αστάθειας. Πανδημία, ενεργειακό σοκ, πληθωρισμός, γεωπολιτική ένταση, αμυντικές δαπάνες, νέα κρίση στην ενέργεια.
Κάθε νέα κρίση δεν ακολουθεί απλά την προηγούμενη, αλλά προστίθεται στις συνέπειες της. Αυτή η διαπίστωση αλλάζει σταδιακά τη δημοσιονομική πολιτική, αλλά και τη δομή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Στις διαδοχικές συναντήσεις των Ευρωπαϊκών οργάνων, οι αξιωματούχοι περιγράφουν μια κατάσταση που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητά ταυτόχρονα τα κοινά ενεργειακά αποθέματα, τα νέα εργαλεία χρηματοδότησης, το περιθώριο εξαιρέσεων από τους δημοσιονομικούς κανόνες, τις στρατηγικές επενδύσεις στην άμυνα, τους μόνιμους μηχανισμούς στήριξης της βιομηχανίας και μαζί και τις νέες κρατικές παρεμβάσεις στις αγορές
Το παλιό μοντέλο της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, της χαμηλής κρατικής παρέμβασης και της φθηνής παγκοσμιοποίησης δείχνει να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τις σημερινές προκλήσεις. Αυτό όμως δεν είναι κοινή εκτίμηση όλων των μελών της Ευρωπαϊκής οικογένειας.
Η πανδημία άνοιξε την πόρτα
Η μεγάλη καμπή ξεκίνησε το 2020, όταν η πανδημία υποχρέωσε την Ευρώπη να εγκαταλείψει μέσα σε λίγες εβδομάδες πολιτικές που θεωρούνταν σχεδόν δογματικές για δύο δεκαετίες. Το Σύμφωνο Σταθερότητας «πάγωσε», ενεργοποιήθηκε η ρήτρα διαφυγής, δημιουργήθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ και για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση δανείστηκε συλλογικά σε τόσο μεγάλη κλίμακα.
Τότε, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετώπιζαν τις αποφάσεις αυτές ως προσωρινές. Ένα έκτακτο εργαλείο για μια έκτακτη κατάσταση. Όμως στις Βρυξέλλες αρκετοί αξιωματούχοι παραδέχονται σήμερα ότι η πανδημία άλλαξε οριστικά τη λογική λειτουργίας της Ευρώπης. Μοιάζει ο κοινός κορβανάς να επέστρεψε στο επίκεντρο της οικονομίας και η αγορά άρχισε να εξαρτάται όλο και περισσότερο από κρατική στήριξη, κοινά ταμεία και ευρωπαϊκή παρέμβαση.
Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε το 2022 δεν ανέτρεψε αυτή τη στροφή. Την επιτάχυνε. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η ενεργειακή έκρηξη που ακολούθησε έφεραν την Ευρώπη μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Η ήπειρος που οικοδόμησε μεγάλο μέρος της ανταγωνιστικότητάς της πάνω στη φθηνή ενέργεια αναγκάστηκε μέσα σε λίγους μήνες να επανεφεύρει ολόκληρο το ενεργειακό της σύστημα.
Από το 2022 μέχρι σήμερα, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν διαθέσει πάνω από 1 τρισ. ευρώ σε επιδοτήσεις, ενεργειακές ενισχύσεις και παρεμβάσεις στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Το σημαντικότερο όμως δεν είναι το μέγεθος των ποσών, αλλά ότι στην πραγματικότητα οι «έκτακτοι» μηχανισμοί δεν αποσύρθηκαν ποτέ.
Σήμερα, καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή πιέζει ξανά τις αγορές ενέργειας, στις Βρυξέλλες επανέρχονται συζητήσεις για την ανάγκη κοινής προμήθειας LNG, πρόβλεψης για κοινά ευρωπαϊκά αποθέματα, κοινή χρηματοδότηση των ενεργειακών υποδομών, αλλά και ειδικό μηχανισμός στήριξης των βιομηχανιών. Ο μεγάλος φόβος πλέον πέρα από την πορεία των τιμών, είναι η πιθανότητα να έρχεται ένας δύσκολος χειμώνας με αυξημένο ενεργειακό κόστος, περιορισμένα αποθέματα και πίεση στη βιομηχανία.
Η Ευρώπη γίνεται ακριβότερη
Η ήπειρος καλείται πλέον να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα όλες τις απαιτούμενες δράσεις, μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων και ακριβότερου χρήματος. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται ίσως στη δυσκολότερη θέση από τη δημιουργία του ευρώ. Στη Φρανκφούρτη γνωρίζουν ότι οι αγορές δεν φοβούνται πλέον μόνο τον πληθωρισμό. Φοβούνται και τη δημοσιονομική κόπωση.
Το βασικό σενάριο των αγορών αυτή τη στιγμή είναι ότι η ΕΚΤ θα κρατήσει το κόστος χρήματος υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα συνεχίσουν να δανείζονται ακριβά, την ώρα που η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Και αυτό αλλάζει ριζικά την εξίσωση.
Μετά την κρίση του 2008 και την κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, η Ευρώπη μπορούσε να στηριχθεί σε μηδενικά επιτόκια και μαζικές αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ. Σήμερα αυτά τα εργαλεία δεν είναι διαθέσιμα στον ίδιο βαθμό. Ο πληθωρισμός περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων της κεντρικής τράπεζας και οι αγορές γίνονται πιο επιθετικές απέναντι στα δημόσια οικονομικά.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται ήδη στα spreads και στις αποδόσεις των ομολόγων, καθώς οι αγορές αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την κρίση όχι ως προσωρινή παρένθεση αλλά ως μόνιμο χαρακτηριστικό της νέας οικονομικής εποχής.
Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν και μια νέα μορφή εσωτερικής έντασης στην Ευρώπη. Η Ιταλία πιέζει πλέον ανοιχτά για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία ώστε να χρηματοδοτήσει ενεργειακές και αμυντικές ανάγκες.

Η Γαλλία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις πιέσεις των αγορών και στις πολιτικές ανάγκες εσωτερικά. Η Γερμανία εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε νέο κοινό δανεισμό, όμως η δική της βιομηχανία πιέζει για ισχυρότερη κρατική στήριξη λόγω του ενεργειακού κόστους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η νέα σύγκρουση δεν εξελίσσεται πια με το παλιό σχήμα «Βορράς – Νότος» που προκάλεσε μεγάλες εντάσεις στο παρελθόν, αλλά και μεγάλη δυσκολία στη λήψη κοινών αποφάσεων. Οι διαφορές πλέον αφορούν το ενεργειακό μείγμα κάθε χώρας, την έκθεση της βιομηχανίας της, τις δημοσιονομικές αντοχές κάθε οικονομίας, αλλά και την πολιτική δυνατότητα χρηματοδότησης συνεχών κρίσεων.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια μετάβαση που θυμίζει περισσότερο οικονομία διαρκούς γεωπολιτικής έντασης παρά την εποχή της μεταψυχροπολεμικής σταθερότητας.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στις ευρωπαϊκές συζητήσεις είναι ότι όλο και λιγότεροι χρησιμοποιούν πλέον τη λέξη «επιστροφή στην κανονικότητα» και η πραγματική ανησυχία στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη και στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι αν η Ευρώπη μπαίνει σε μια εποχή όπου οι κρίσεις θα αποτελούν τη νέα κανονικότητα της οικονομίας της.
Πηγή: OT.gr






