Οικονομία

ΕΕ: Λιγότερα παιδιά και έφηβοι παρά την πληθυσμιακή αύξηση – Τι δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα


Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για το δημογραφικό πρόβλημα στην Ευρώπη αποκαλύπτουν όχι μόνο τις βαθιές πληθυσμιακές μεταβολές στις χώρες της ΕΕ, αλλά και επιμέρους παράγοντες που εντείνουν τις ανησυχίες.

Με βάση την ανάλυση της γήρανσης του πληθυσμού, η διάμεση ηλικία αυξήθηκε κατά 5,3 έτη, από 39,6 έτη το 2005 σε 44,9 έτη το 2025

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, την 1η Ιανουαρίου 2025, ο πληθυσμός της ΕΕ ανερχόταν σε 451 εκατομμύρια άτομα – ένα εκατομμύριο περισσότερα από ό,τι το 2024 και 16 εκατομμύρια από το 2005. Το πλέον δυσοίωνο είναι ότι το ποσοστό των νέων κάτω των 19 ετών βαίνει μειούμενο μέσα στην 20ετία. Επίσης, το 6% του πληθυσμού ήταν ηλικίας 80 ετών και άνω και η μέση ηλικία αυξήθηκε σε 44,9 έτη, από 39,6 έτη το 2005.

Συνολικά, το 2025 πέντε χώρες αντιπροσώπευαν το 66% του πληθυσμού της Ένωσης: Η Γερμανία (84 εκατομμύρια, 19% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ), η Γαλλία (69 εκατομμύρια, 15%), η Ιταλία (59 εκατομμύρια, 13%), η Ισπανία (49 εκατομμύρια, 11%) και η Πολωνία (36 εκατομμύρια, 8%).

Στο αντίθετο άκρο της κλίμακας, οι λιγότερο πυκνοκατοικημένες χώρες ήταν η Μάλτα (574.000 άτομα, που αντιστοιχούν στο 0,1% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ), το Λουξεμβούργο (682.000, σχεδόν 0,2%) και η Κύπρος (983.000, 0,2%).

Σε επίπεδο εικοσαετίας, 19 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσίασαν αύξηση του πληθυσμού τους και οκτώ κατέγραψαν μείωση, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Οι μεγαλύτερες σχετικές αυξήσεις καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο (48%), ακολουθούμενο από τη Μάλτα (43%), την Κύπρο (34%) και την Ιρλανδία (32%). Οι μεγαλύτερες σχετικές μειώσεις παρατηρήθηκαν στη Λετονία (−17%), τη Βουλγαρία (−16%), τη Λιθουανία (−14%), τη Ρουμανία (−11%) και την Κροατία (−10%).

Οι μεγαλύτερες απόλυτες αυξήσεις καταγράφηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία (και στις δύο 6 εκατομμύρια), ενώ οι μεγαλύτερες απόλυτες μειώσεις παρατηρήθηκαν στη Ρουμανία και την Πολωνία (και στις δύο μείον 2 εκατομμύρια) και τη Βουλγαρία (μείον 1 εκατομμύριο). Σύμφωνα με τα γραφήματα της Eurostat, η Ελλάδα έχει χάσει 600.000 πληθυσμού από το 2005 σε απόλυτους αριθμούς και 750.000 από 2011, οπότε άρχισε η σταδιακή πληθυσμιακή συρρίκνωση που κρατά μέχρι τις μέρες μας. Δείτε τον διαδραστικό χάρτη της Eurostat ΕΔΩ.

Σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών της ΕΕ καταγράφονται τόσο στις μεταβολές του πληθυσμού όσο και στην πυκνότητά του. Το 2024, ο μέσος όρος πυκνότητας στην Ένωση ήταν 110 άτομα ανά km², ενώ ξεκινούσε από 19 άτομα στη Φινλανδία και έφτανε τα 1.817 στη Μάλτα.

ΕΕ: Μειώνεται η αναλογία υπέρ των γυναικών – Λιγότερα παιδιά και έφηβοι

Την 1η Ιανουαρίου 2025, στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρχαν 230 εκατομμύρια γυναίκες και 221 εκατομμύρια άνδρες (104,2 γυναίκες ανά 100 άνδρες, 4,2%). Περισσότερες γυναίκες από άνδρες υπήρχαν σχεδόν παντού, με εξαίρεση τη Μάλτα, τη Σλοβενία, τη Σουηδία και το Λουξεμβούργο. Η υψηλότερη αναλογία υπέρ γυναικών παρατηρήθηκε στη Λετονία (15,6%).

Σε σύγκριση με 20 χρόνια νωρίτερα, η αναλογία αυξήθηκε σε έξι χώρες-μέλη και μειώθηκε σε 21. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στη Βουλγαρία (από 105,4 σε 108,0 γυναίκες ανά 100 άνδρες), ενώ η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε στη Μάλτα, από 101,8 σε 88,3.

Όσον αφορά τα παιδιά κάτω των 15 ετών, το ίδιο χρονικό διάστημα η ΕΕ αριθμούσε 65 εκατομμύρια, που αντιπροσώπευαν το 14% του συνολικού πληθυσμού της. Το ποσοστό αυτό διέφερε μεταξύ των χωρών – μελών: η Ιρλανδία κατείχε την πρώτη θέση με σχεδόν 19%, ενώ η Ιταλία είχε το χαμηλότερο ποσοστό με 12%.

Σε επίπεδο εικοσαετίας, οι περισσότερες χώρες της ΕΕ παρουσίασαν μείωση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (δείτε τον διαδραστικό χάρτη ΕΔΩ), με εξαίρεση την Τσεχία, τη Βουλγαρία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Σλοβενία, οι οποίες κατέγραψαν πολύ μικρές αυξήσεις.

Το 20% του πληθυσμού της ΕΕ αντιπροσώπευαν την πρώτη ημέρα του 2025 οι νέοι κάτω των 19 ετών, ενώ το ποσοστό τους σε επίπεδο 20ετίας μειώθηκε σε όλα τα κράτη – μέλη. Το υψηλότερο ποσοστό νέων αυτής της κατηγορίας καταγράφηκε στην Ιρλανδία (25%), την οποία ακολουθούν η Γαλλία και η Σουηδία (23% η καθεμία). Το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφηκε στη Μάλτα (16%).

Από την άλλη, στην κατηγορία πληθυσμού ηλικίας 80 ετών και άνω, ο αριθμός αυξήθηκε σε όλες τις χώρες τα τελευταία 20 χρόνια. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Ιταλία (σχεδόν 8%), που ακολουθείται από τη Γερμανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία (όλες 7%). Οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, στη Λετονία, στη Γερμανία, στη Σλοβενία, στην Ιταλία, στην Εσθονία, στη Λιθουανία και στην Κροατία – αύξηση κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες σε κάθε χώρα.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, στις αρχές του 2025 υπήρχαν 99 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, που αντιπροσώπευαν το 22% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ. Ο αριθμός των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε σε όλες τις χώρες, αν συγκρίνουμε τα στοιχεία του 2005 με αυτά του 2025. Η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρήθηκε στην Πολωνία (8 ποσοστιαίες μονάδες, από 13% το 2005 σε 21% το 2025).

Με βάση την ανάλυση της γήρανσης του πληθυσμού, η διάμεση ηλικία αυξήθηκε κατά 5,3 έτη, από 39,6 έτη το 2005 σε 44,9 έτη το 2025. Η υψηλότερη παρατηρήθηκε στην Ιταλία (49,1 έτη), ακολουθούμενη από τη Βουλγαρία και την Πορτογαλία (47,3 έτη η καθεμία) και την Ελλάδα (47,2 έτη), ενώ οι χαμηλότερες καταγράφηκαν στην Ιρλανδία (39,6 έτη), το Λουξεμβούργο (39,8 έτη) και τη Μάλτα (40,0 έτη).

Κατά την περίοδο 2005-2025, η μέση ηλικία αυξήθηκε περισσότερο στη Ρουμανία (8,6 έτη), ακολουθούμενη από την Πορτογαλία (8,1 έτη) και την Ελλάδα (8,0 έτη), και λιγότερο στη Σουηδία (1,1 έτη) και το Λουξεμβούργο (1,7 έτη). Την 1η Ιανουαρίου 2025 η μέση ηλικία ήταν (43,3 έτη) για τους άνδρες και (46,5 έτη) για τις γυναίκες.

Γεννήσεις: Στο 1,34 – μακριά από το «όριο αναπλήρωσης»

Το 2024, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας ανήλθε σε 1,34 ζωντανές γεννήσεις ανά γυναίκα, σημειώνοντας μείωση από το 1,46 το 2004 και παραμένοντας κάτω από το επίπεδο ανανέωσης του πληθυσμού (2,1), που απαιτούνται για να διατηρηθεί σταθερός ένας πληθυσμός χωρίς μετανάστευση. Μεταξύ των χωρών το ποσοστό κυμαινόταν από 1,72 γεννήσεις ανά γυναίκα στη Βουλγαρία έως 1,01 γεννήσεις ανά γυναίκα στη Μάλτα.

Να σημειωθεί ότι η μέση ηλικία των πρωτότοκων μητέρων στην ΕΕ αυξήθηκε κατά ένα έτος, από 28,9 το 2014 σε 29,9 το 2024. Οι μεγαλύτερες σε ηλικία πρωτότοκες μητέρες καταγράφηκαν στην Ιταλία (31,9 έτη), το Λουξεμβούργο (31,6) και την Ισπανία (31,5), ενώ οι νεώτερες στη Βουλγαρία (26,9), τη Ρουμανία (27,2) και τη Σλοβακία (27,4).

Οι γεννήσεις από μητέρες 40 ετών και άνω διπλασιάστηκαν από το 2004 έως το 2024. Το μεγαλύτερο μερίδιο γεννήσεων σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία παρατηρήθηκε στην Ελλάδα (11% του συνόλου των ζωντανών γεννήσεων), την Ισπανία (10%), την Ιταλία και την Ιρλανδία (και οι δύο 9%).

Ένα άλλο στοιχείο που καταγράφει η Eurostat είναι και η μείωση των γάμων.  Το 2024 τελέστηκαν περίπου 1,7 εκατομμύρια γάμοι στην ΕΕ ή 3,9 γάμοι ανά 1.000 άτομα. Τα χαμηλότερα ποσοστά γάμων παρατηρήθηκαν στην Ιταλία (2,9 γάμοι /1.000 άτομα), τη Σλοβενία (3,0) και τη Βουλγαρία (3,2), ενώ τα υψηλότερα στη Λετονία (5,5), τη Ρουμανία (5,3) και την Αυστρία (5,0).

Μεταξύ 2004 και 2024, το ποσοστό γάμων μειώθηκε σε 18 από τις χώρες-μέλη για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και αυξήθηκε σε τέσσερις (Λετονία, Ουγγαρία, Αυστρία και Εσθονία).

Ο παράγοντας της μετανάστευσης στις πληθυσμιακές μεταβολές

Οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο βασικότερος παράγοντας που εξηγεί τις διαφορές μεταξύ των χωρών είναι η μετανάστευση. Οι χώρες που καταφέρνουν να προσελκύουν σταθερά μετανάστες έχουν καλύτερες δημογραφικές προοπτικές, ακόμα και αν η γονιμότητα παραμένει χαμηλή. Δείτε τον διαδραστικό χάρτη της Eurostat ΕΔΩ.

Αντιθέτως, χώρες με αρνητικό ισοζύγιο μετανάστευσης και χαμηλή γονιμότητα αντιμετωπίζουν ταχύτερη συρρίκνωση. Η ηλικιακή δομή παίζει επίσης σημαντικό ρόλο, καθώς οι χώρες με γηρασμένο πληθυσμό έχουν λιγότερους ανθρώπους σε αναπαραγωγική ηλικία, γεγονός που ενισχύει τον φαύλο κύκλο της μείωσης.

Την 1η Ιανουαρίου 2025, σχεδόν το 10% (45 εκατομμύρια) του πληθυσμού της ΕΕ ήταν πολίτες χώρας διαφορετικής από εκείνη στην οποία διέμεναν. Από αυτούς, το 3% (14 εκατομμύρια) ήταν πολίτες άλλης χώρας της Ένωσης. Επιπλέον, λιγότερο από το 1% ήταν ανιθαγενείς.

Το μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών άλλης χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο (36%), ακολουθούμενο από την Κύπρο και την Αυστρία (και οι δύο 10%). Το ποσοστό των πολιτών από χώρες εκτός ΕΕ ήταν μεγαλύτερο στη Μάλτα (21%), την Εσθονία (16%) και την Κύπρο (15%).

Με βάση την κατανομή ανά ηλικιακή ομάδα, ο πληθυσμός των αλλοδαπών περιλαμβάνει μεγαλύτερο ποσοστό σχετικά νέων ενηλίκων σε ηλικία εργασίας, δηλαδή ηλικίας 20 έως 49 ετών. Αυτό ισχύει τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews