Κόσμος

«Πλησιάζει στο τέλος του ο πόλεμος στην Ουκρανία;»


Η συζήτηση γύρω από το πότε και με ποιον τρόπο μπορεί να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέρχεται ολοένα και πιο έντονα στα διεθνή φόρα ασφαλείας, όπως σημειώνει η Deutche Welle.

Στο περιθώριο του Φόρουμ Ασφαλείας του Κιέβου στα τέλη Απριλίου, δυτικοί αναλυτές και στρατιωτικοί αξιωματούχοι εμφανίστηκαν να συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι διαμορφώνονται οι συνθήκες για ένα άτυπο, de facto κλείσιμο της σύγκρουσης, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα μια επίσημη ειρηνευτική συμφωνία. Καθοριστικό ρόλο στις προβλέψεις τους αποδίδουν και στις πολιτικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, οι οποίες θεωρείται ότι μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στο Κίεβο.

Την ίδια ώρα, η παρατεταμένη στασιμότητα στο μέτωπο συνεχίζει να τροφοδοτεί σενάρια για νέα ρωσική επιστράτευση. Πολλοί αναλυτές θεωρούν πιθανό ο Βλαντιμίρ Πούτιν να επαναλάβει μια κίνηση αντίστοιχη με εκείνη του φθινοπώρου του 2022, προκειμένου να ενισχύσει τις δυνάμεις της Μόσχας.

Παρόμοιες ανησυχίες έχουν εκφράσει και Ουκρανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι, στους οποίους έχει αναφερθεί δημόσια και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι αυτή την εκτίμηση. Η Έβελιν Φάρκας, επικεφαλής του Ινστιτούτου Μακέιν στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, εκτιμά ότι μια γενικευμένη επιστράτευση δύσκολα θα αποτελέσει επιλογή του Κρεμλίνου, κυρίως λόγω της πίεσης που δέχεται ήδη η ρωσική οικονομία.

Κατά την άποψή της, ένα τέτοιο βήμα θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την εσωτερική κατάσταση της χώρας και θα δημιουργούσε πρόσθετους πολιτικούς κινδύνους για τη ρωσική ηγεσία.

Παράλληλα, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στον Περσικό Κόλπο, ο πρώην ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για την Ουκρανία Κουρτ Φόλκερ εμφανίζεται αισιόδοξος για τη θέση του Κιέβου.

Υποστηρίζει ότι η Ουκρανία βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με προηγούμενες φάσεις του πολέμου, κυρίως επειδή έχει καταφέρει να ενισχύσει την εγχώρια αμυντική της παραγωγή και να μειώσει αισθητά την εξάρτησή της από τη δυτική στρατιωτική βοήθεια.

Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η ουκρανική πλευρά καλύπτει πλέον μόνη της περίπου το 60% έως 70% των στρατιωτικών αναγκών της, γεγονός που της δίνει μεγαλύτερη αυτονομία και αντοχή απέναντι σε ενδεχόμενες μεταβολές της αμερικανικής πολιτικής.

Ο Φόλκερ θεωρεί μάλιστα ότι ακόμη και σε ένα δυσμενές σενάριο, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες μειώσουν ή σταματήσουν τη ροή όπλων μέσω των ευρωπαϊκών διαύλων, η Ουκρανία δεν θα βρεθεί σε κατάσταση κατάρρευσης.

Αντίθετα, εκτιμά ότι το Κίεβο έχει ήδη διαμορφώσει μηχανισμούς που του επιτρέπουν να συνεχίσει τη σύγκρουση για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, πάντως, έχει προειδοποιήσει δημοσίως ότι όσο πλησιάζει το φθινόπωρο αναμένει εντονότερες πιέσεις από την αμερικανική πλευρά.

Σύμφωνα με την ουκρανική ηγεσία, ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με όρους που ευνοούν τη Μόσχα, ζητώντας μεταξύ άλλων την αποχώρηση ουκρανικών δυνάμεων από περιοχές του Ντονμπάς που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Κιέβου.

Η Φάρκας, ωστόσο, εμφανίζεται βέβαιη ότι η Ουκρανία μπορεί να αντέξει και αυτή την πολιτική πίεση χωρίς να αποδεχθεί όρους που θα θεωρηθούν στρατηγική ήττα.

Η ίδια συνδέει τις εξελίξεις στην Ουκρανία και με το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Εκτιμά ότι η σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να κλείσει πριν από το καλοκαίρι, οδηγώντας σε επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και επιτρέποντας στις Ηνωμένες Πολιτείες να μεταφέρουν το ενδιαφέρον τους αλλού.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρει ακόμη και το ενδεχόμενο νέας αμερικανικής πίεσης προς την Κούβα, με στόχο μια πολιτική αλλαγή στην Αβάνα. Παρ’ όλα αυτά, δεν θεωρεί ότι μια τέτοια μετατόπιση προτεραιοτήτων θα αποδυναμώσει την ουκρανική υπόθεση.

Αντίθετα, πιστεύει ότι θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω τη διεθνή επιρροή της Ρωσίας, πλήττοντας παραδοσιακούς συμμάχους της.

Κοινός παρονομαστής στις τοποθετήσεις τόσο της Φάρκας όσο και του Φόλκερ είναι ότι οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές θα λειτουργήσουν ως κρίσιμο πολιτικό ορόσημο.

Και οι δύο θεωρούν πιθανό ένα αποτέλεσμα που θα αποδυναμώσει τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και συνολικά τους Ρεπουμπλικανούς, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη πίεση προς την αμερικανική κυβέρνηση ώστε να συνεχίσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία και τη Συμμαχία του ΝΑΤΟ.

Στο στρατιωτικό επίπεδο, πάντως, οι εκτιμήσεις παραμένουν επιφυλακτικές. Ο πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, ναύαρχος Τζουζέπε Κάβο Ντραγκόνε, σημειώνει ότι μια καθαρή στρατιωτική λύση μοιάζει δύσκολη στο πεδίο της μάχης.

Παρά τις βαριές απώλειες που έχει υποστεί η Ρωσία, ο ρωσικός στρατός εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές δυνατότητες και αντοχές.

Ωστόσο, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η πίεση στην οικονομία της Ρωσίας ενδέχεται να εξελιχθεί σε κρίσιμο παράγοντα που θα ωθήσει τη Μόσχα προς μια μορφή συμβιβασμού.

Ανάλογη είναι και η εκτίμηση του Κουρτ Φόλκερ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ρωσική οικονομία επιβαρύνεται ολοένα και περισσότερο από το κόστος του πολέμου και τις απώλειες στο μέτωπο.

Όπως τονίζει, η κατάσταση στο εσωτερικό της Ρωσίας επιδεινώνεται σταδιακά και ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Παρά τη σύγκλιση ως προς την κατεύθυνση των εξελίξεων, οι δυτικοί αναλυτές διαφωνούν για το πότε ακριβώς μπορεί να εμφανιστεί το καθοριστικό σημείο καμπής. Ο Φόλκερ θεωρεί ότι μια ουσιαστική μεταβολή θα μπορούσε να καταγραφεί ακόμη και μέσα στη φετινή χρονιά, αποδίδοντας σε αυτό το σενάριο πιθανότητες άνω του 50%.

Η Φάρκας εμφανίζεται πιο συγκρατημένη χρονικά, εκτιμώντας ότι το 2027 ίσως αποτελέσει τη χρονιά κατά την οποία η Ουκρανία θα μπορέσει να εμφανιστεί ως η τελική νικήτρια της σύγκρουσης.

 



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews