Στην αρχή, οι περισσότεροι, δεν μπορούσαν αλλά και δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Δύο κορίτσια ηλικίας 17 ετών πιάστηκαν χέρι- χέρι και βούτηξαν στο κενό από τον 6ο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη.
Τα παιδιά νιώθουν ότι η ζωή που τους μέλλεται στην κοινωνία που τους κληρονομούμε, είναι μια ζωή που δεν αξίζει και πολύ να την ζήσεις.
Αυτόματα όλοι γύρισαν να κοιτάξουν τα παιδιά (δικά τους, συγγενών, φίλων) που βρίσκονται σε αυτή την ηλικία και προετοιμάζονται για τη σκληρή δοκιμασία των Πανελλαδικών.
Ολοι είχαν την αίσθηση ότι το γεγονός είναι πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Είναι όμως έτσι; Και τι μπορεί να «χάνει» η κοινωνία από τον τρόπο που βιώνουν και αντιλαμβάνονται οι έφηβοι τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;
Αυξήθηκαν οι αυτοκτονίες στην Ελλάδα
Ξετυλίγοντας το νήμα αυτού του δύσκολου θέματος, ο Γιώργος Νικολαΐδης,, ψυχίατρος, διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, τονίζει καταρχάς πως η διπλή απόπειρα αυτοκτονίας είναι όντως ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα.
Η Ελλάδα παρουσιάζει από τα πιο χαμηλά ποσοστά αυτοκτονιών στην Ευρωπαϊκή Ενωση τόσο στους ενήλικους όσο και στους ανήλικους -είναι 2η από το τέλος μετά την Κύπρο-. Ειδικά στην ομάδα των εφήβων και των νέων, δηλαδή στις ηλικίες 15 έως 20 και 25 έως 35 ετών, έχει από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον κ. Νικολαΐδη, στη χώρα μας, παραδοσιακά, οι άνθρωποι που αποφάσιζαν να δώσουν τέλος στη ζωή τους ήταν ηλικιωμένοι ασθενείς με επώδυνες, καταληκτικές παθήσεις.
Υπάρχει γενικευμένη αίσθηση ότι ζούμε σε μια κοινωνία ανομίας. Αν είσαι ισχυρός, νικητής, πρώτος, τότε, όλοι οι υπόλοιποι είναι υποχρεωμένοι να υφίστανται αυτά που κάνουν οι ισχυροί. Οι υπόλοιποι δεν έχουν καμία κοινωνική προστασία
Μετά την οικονομική κρίση του 2008, παρουσιάστηκε μια σημαντική διαφορά. Οι αυτοκτονίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται στους ανθρώπους μέσης – παραγωγικής ηλικίας, από 45 έως 65 ετών. Οπως εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης «αυτοί που πλέον ζορίζονται περισσότερο από όλους είναι αυτοί που έχουν και την ευθύνη νοικοκυριών. Βλέπουμε την επίδραση των κοινωνικών-οικονομικών ζητημάτων στις ζωές των ανθρώπων».
Σημειώνεται πως μέχρι το 2008-2009 τα νούμερα των θανάτων από αυτοκτονία κινούνταν ετησίως ανάμεσα στους 300 με 350. Από το 2010 και έπειτα, μέχρι σήμερα είναι γύρω στους 450.
Κοινωνία ανομίας
Με αφορμή τη διπλή απόπειρα αυτοκτονίας των δύο 17χρονων κοριτσιών, ο κ. Νικολαΐδης στέκεται ιδιαίτερα στη διαρροή ευαίσθητων πληροφοριών από την αστυνομία στα ΜΜΕ.
«Το γεγονός πως το περιεχόμενο του σημειώματος της δεκαεπτάχρονης κυκλοφορεί σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι από μόνο του μεγάλο πρόβλημα» σχολιάζει.
Γιατί όμως αυτό έχει σχέση με το γεγονός πως τα παιδιά δεν αντέχουν την κοινωνία;
«Γιατί υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση ότι ζούμε σε μια κοινωνία ανομίας. Αν είσαι ισχυρός, αν είσαι νικητής, αν είσαι πρώτος, τότε, όλοι οι υπόλοιποι είναι υποχρεωμένοι να υφίστανται αυτά που κάνουν οι ισχυροί. Οι υπόλοιποι δεν έχουν καμία κοινωνική προστασία» αποκωδικοποιεί την κατάσταση ο κ. Νικολαΐδης.
Η κοινωνία του ακραίου ανταγωνισμού, του «ο νικητής τα παίρνει όλα», είναι μια συνθήκη που πολλά από τα νέα παιδιά τα κάνει να βλέπουν τη ζωή με πολύ απαισιόδοξο βλέμμα.

Κοινωνία μοναχική χωρίς αίσθημα συλλογικότητας
Φυσικά, όπως εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης, οι ατομικές ιδιαιτερότητες και τα προσωπικά βιώματα, παίζουν νευραλγικό ρόλο για την αντίληψη που έχουν οι έφηβοι και οι νέοι για τη σημερινή κοινωνία. «Κάποια παιδιά είναι πιο ευάλωτα και πιο εκτιθέμενα από άλλα σε πιεστικές συνθήκες όπως για παράδειγμα οι Πανελλαδικές».
«Μια ερωτική ή επαγγελματική απογοήτευση, ένα οικογενειακό συμβάν, οποιοδήποτε ψυχοπιεστικό γεγονός, σε ένα πιο ευάλωτο παιδί θα πυροδοτήσει πιο ακραίες αντιδράσεις, σε σχέση με ένα άλλο παιδί που είναι πιο ανθεκτικό» εξηγεί ο έμπειρος ψυχίατρος.
Το βασικό όμως, κατά τον ίδιο, είναι πως τα παιδιά νιώθουν ότι η ζωή που τους μέλλεται στην κοινωνία που τους κληρονομούμε, είναι μια ζωή που δεν αξίζει και πολύ να την ζήσεις .
«Είναι μια ατέλειωτη προσπάθεια, όπου οι περισσότεροι θα βρίσκονται σε ολοένα και χειρότερη θέση και θα υφίστανται αυτή την ανομία που είδαμε με αφορμή τη δημοσιοποίηση του σημειώματος αυτοχειρίας. Ενα κομμάτι των εφήβων και των νέων, αισθάνεται αυτό που λέει το τραγούδι: “παντού περισσεύεις και παντού ξεψυχάς”. Δυστυχώς, ο ατομικός δρόμος οδηγεί σε αδιέξοδο».
Επιχειρώντας να κάνει μια σύγκριση με τις παλιότερες γενιές, ο κ. Νικολαΐδης βρίσκει μια ειδοποιό διαφορά.
«Η νεολαία ήταν πολύ πιο δραστήρια κοινωνικοπολιτικά και αυτό έδινε μια αίσθηση ότι συμμετέχοντας στα πράγματα μπορεί κανείς να ελέγξει τη ζωή του και τον κόσμο στον οποίο θα ζήσει. Μπορεί από κάπου να “κρατηθεί”» εξηγεί ο ίδιος.
Και συνεχίζει: «Αν όμως νιώθω ότι είμαι απλώς ένας απομονωμένος άνθρωπος σε ένα περιβάλλον που γίνεται κάθε μέρα και πιο ανταγωνιστικό, που μου ζητούνται επιτεύγματα, γνώσεις και εγώ πρέπει να πληρώσω με οποιοδήποτε κόστος, γίνεται δύσκολο να αντέξω αυτή τη συνεχή προσπάθεια. Για την πλειονότητα των νέων παιδιών, η ζωή είναι μία διαρκής προσπάθεια με ένα ολοένα και μικρότερο προσδοκώμενο αποτέλεσμα».
Η ευθύνη των ενηλίκων και η βία του συστήματος
Αναπόφευκτα, ο κ. Νικολαΐδης στρέφει την προσέγγιση του στον απολογισμό που πρέπει να κάνουν οι ενήλικες.
«Τί κόσμο κληροδοτούμε στα παιδιά μας, στη σημερινή νέα γενιά;» αναρωτιέται. Για να απαντήσει ωμά αλλά δυστυχώς ρεαλιστικά: «Κληροδοτούμε έναν κόσμο όπου έχουμε καταστρέψει τη φύση, έχουμε ξεπουλήσει τη χώρα, έναν κόσμο που οι δουλειές γίνονται ολοένα χειρότερες, ολοένα και πιο εντατικές, ολοένα και πιο κακοπληρωμένες. Που η δημοκρατία και η αίσθηση της δικαιοσύνης αδυνατίζουν κάθε μέρα και περισσότερο. Γιατί περιμένουμε από τα παιδιά να τους αρέσει αυτή η ζωή; Αυτόν τον κόσμο κληρονομούν. Γιατί μας κάνει εντύπωση το ότι κάποια παιδιά δεν το αντέχουν αυτό και λένε: δεν αξίζει να το ζω;».
Τα σημερινά παιδιά είναι διαρκώς εκτεθειμένα στη βία του συστήματος την οποία εσωτερικεύουν με κάθε δυνατό τρόπο- αυτό επισημαίνει ο κ. Νικολαΐδης.
«Κάποια παιδιά, αυτή τη βία θα την στρέψουν προς τον εαυτό τους. Κάποια θα φλερτάρουν με τις σκέψεις του θανάτου, κάποια θα μπλέξουν με ουσίες. Και αυτό μία επίθεση κατά του εαυτού είναι. Κάποια άλλα, θα σκοτωθούν στην άσφαλτο. Στα τροχαία «πρωταγωνιστούν» οι άνδρες από 15 έως 30 ετών. Τέλος, κάποια άλλα παιδιά θα την εξωτερικεύσουν την βία, δηλαδή αντί να την στρέψουν προς τον εαυτό θα την στρέψουν προς τους άλλους».

Το σχολείο πρέπει να γίνει ένα ασφαλές μέρος
Ο Χρίστος Λιάπης, ψυχίατρος-διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρόεδρος ΚΕΘΕΑ, βάζει στο τραπέζι και τη δημιουργία ενός ασφαλούς σχολείου, σε όλες τις διαστάσεις και σε όλα τα επίπεδα, ξεκινώντας από την έγκαιρη πρόληψη στο θέμα της ψυχικής υγεία των μαθητών, βλέπε για παράδειγμα το bullying.
Ο ίδιος δίνει το πλαίσιο: «Σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα, για να γίνει ένα σχολείο ασφαλές, πρέπει ουσιαστικά να εμπεδωθεί η πρόληψη μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Η οποία πρέπει να είναι καθολική. Ταυτόχρονα όμως να είναι και επικεντρωμένη και επιλεκτική, με τις παρεμβάσεις να απευθύνονται σε υποομάδες νέων που είναι ευάλωτες. Σε αυτές που ο κίνδυνος ανάπτυξης θεμάτων ψυχικής υγείας ή χρήσης ουσιών ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς είναι μεγαλύτερος από το μέσο όρο. Ασφαλές σχολείο σημαίνει φυσικά και ασφαλείς υποδομές».
Το σχολείο πρέπει επίσης, όπως εξηγεί ο κ. Λιάπης, να προάγει τις σχέσεις μεταξύ των μαθητών, των γονέων, των κηδεμόνων, του προσωπικού του σχολείου, ακόμα και της τοπικής κοινωνίας.
Με δεδομένο ότι η εφηβεία αποτελεί μια περίοδο συναισθηματικής και αναπτυξιακής ευαλωτότητας, η οποία συμπίπτει χρονικά με την εισαγωγή των εφήβων σε πολλές προκλήσεις της μετέπειτα ενήλικης ζωής, όπως οι σχέσεις, η διαμόρφωση του επαγγελματικού προσανατολισμού και η εισαγωγή στον κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Λιάπης τονίζει πως πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην ανίχνευση πιθανών προειδοποιητικών συμπεριφορών, όπως η κοινωνική απόσυρση.
Διάφορα βιώματα μπορεί να περάσουν κάτω από το ραντάρ, είτε των σχολικών ψυχολόγων που δυστυχώς δεν υπάρχουν στα περισσότερα σχολεία, είτε της οικογένειας.
Οπως εξηγεί ο κ. Λιάπης: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων που πάσχουν από κατάθλιψη, έχουν εμφανίσει τα πρώτα συμπτώματα στην περίοδο της εφηβείας. Και γι’ αυτό πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι τόσο οι γονείς, όσο και οι εκπαιδευτικοί για την έγκαιρη ανίχνευση συμπτωμάτων όπως η συναισθηματική ευμεταβλητότητα ή η ευσυγκινησία, η οποία μπορεί να εναλλάσσεται με ξεσπάσματα οργής, θυμού ή συναισθηματικής απάθειας. Ολα αυτά υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθούν φυσιολογικές εκφάνσεις του άγχους, κατά τη διάρκεια των Πανελλαδικών ή απλώς εκδηλώσεις της εφηβείας».

O οδοστρωτήρας των Πανελλαδικών
Οι Πανελλαδικές δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν από αυτή την κουβέντα.
Για τον κ. Λιάπη, για την ελληνική κοινωνία η επιτυχία στις Πανελλαδικές ισοδυναμεί με την κοινωνική καταξίωση ολόκληρης της οικογένειας.
Το ότι η Ελλάδα βίωσε μια μακρά κοινωνικοοικονομική κρίση την οποία ακολούθησε η κρίση του κορωνοϊού και έπειτα η ενεργειακή κρίση, η πληθωριστική κρίση ενώ παράλληλα «τρέχει» και η κλιματική κρίση -η οποία έχει ήδη επηρεάσει οικογένειες στην Ελλάδα, βλ. για παράδειγμα τον Ντάνιελ στη Θεσσαλία- είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του οικογενειακού εισοδήματος και την αύξηση των κοινωνικοοικονομικών πιέσεων στους γονείς.
Τις παραπάνω πιέσεις απορροφούν σαν σφουγγάρια οι σημερινοί έφηβοι με αποτέλεσμα να αισθάνονται ακόμα μεγαλύτερο το βάρος της επιτυχίας ή αποτυχίας στις Πανελλαδικές.
«Ο μαθητής βιώνει την πίεση μιας οικογένειας η οποία δυσκολεύεται να πληρώσει τα φροντιστήρια, την πίεση πως ακόμα και αν έρθει η επιτυχία της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, η οικογένεια θα δυσκολευτεί να στείλει το παιδιά της να σπουδάσει σε μια άλλη πόλη. Το δε σημερινό τοπίο της επαγγελματικής αποκατάστασης των πτυχιούχων, είναι δύσκολο. Το πτυχίο έχει πάψει να ισοδυναμεί με την επαγγελματική αποκατάσταση ή τέλος πάντων με την οικονομική ασφάλεια. Το αποτέλεσμα είναι το κοκτέιλ συναισθημάτων που βιώνει ένας μαθητής της Β’ ή της Γ’ Λυκείου, να γίνεται ακόμα πιο εκρηκτικό».
Και ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
O κ. Λιάπης, το συμπυκνώνει ως εξής: «Πρέπει να σταθούμε με πολύ σεβασμό σε αυτό που συνέβη και στις όποιες πληροφορίες διακινούνται, όμως το συγκεκριμένο γεγονός θα πρέπει να μας κινητοποιήσει άμεσα. Γιατί αν δεν εφαρμόσουμε τη βασισμένη στο σχολείο πρόληψη, κινδυνεύουμε να δούμε επανάληψη τόσο τραγικών περιστατικών».






