Οικονομία

Οι Έλληνες επιστρέφουν στα μετρητά – Αυξήθηκαν οι αναλήψεις από ΑΤΜ


Παρά τη συζήτηση για το ψηφιακό ευρώ και την επικράτηση των άυλων συναλλαγών, στην Ευρώπη τα μετρητά εξακολουθούν να είναι βασιλιάς. Ακόμα και αν ο θρόνος τους τρίζει. Στην Ελλάδα πάλι, η εικόνα είναι αντιφατική.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της πρόσφατης Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, καταγράφεται μια δυναμική επιστροφή των καταναλωτών στα μετρητά. Φαίνεται ότι η πίεση από τον πληθωρισμό και η συρρίκνωση του οικογενειακού προϋπολογισμού αναγκάζουν τα νοικοκυριά να αναζητήσουν οικονομικές «ανάσες» εκτός του επίσημου φορολογικού πλαισίου, αποδεχόμενα συναλλαγές χωρίς παραστατικά.

Σε μια περίοδο που ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας προβάλλεται ως η απόλυτη λύση κατά της φοροδιαφυγής, η πραγματικότητα στην ελληνική αγορά φαίνεται να ακολουθεί μια παράδοξη, αντίστροφη πορεία.

Αυξάνονται οι αναλήψεις μετρητών

Παρά την καθολική υποχρεωτικότητα των POS και την εξοικείωση του κοινού με το «πλαστικό χρήμα», τα ΑΤΜ της χώρας παίρνουν ξανά φωτιά. Η στατιστική απεικόνιση από το σύστημα πληρωμών ΔΙΑΣ είναι αποκαλυπτική για τη νέα τάση που παγιώνεται:

Το 2023, οι συναλλαγές ανάληψης μετρητών ανήλθαν στα 3,9 εκατομμύρια.

Το 2024, ο αριθμός αυτός ενισχύθηκε στα 4,1 εκατομμύρια.

Για το 2025 οι συναλλαγές εκτοξεύθηκαν στα 5,4 εκατομμύρια συναλλαγές.

Το γεγονός ότι μισθοί και συντάξεις καταβάλλονται πλέον αποκλειστικά μέσω τραπεζών θα έπρεπε λογικά να έχει εξοβελίσει το φυσικό χρήμα. Ωστόσο, οι πολίτες φαίνεται να ακολουθούν μια συγκεκριμένη στρατηγική: χρησιμοποιούν την κάρτα τους μέχρι να καλύψουν το θεσμοθετημένο 30% του εισοδήματός τους που απαιτεί η φορολογική νομοθεσία. Από εκείνο το σημείο και μετά, οι αναλήψεις γίνονται το «όπλο» για τη διαπραγμάτευση χαμηλότερων τιμών στην καθημερινότητα.

Γιατί επιστρέφουν τα μετρητά

Παρά την εκτόξευση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στις καθημερινές αγορές, ιδίως στις υπηρεσίες, τα μετρητά επιστρέφουν δυναμικά. Μια εξήγηση είναι ότι ο φορολογούμενος δεν έχει πραγματικό όφελος από το να ζητήσει απόδειξη.

Για έναν πολίτη με ετήσιες απολαβές κάτω από το αφορολόγητο όριο των 10.000 ευρώ, η συλλογή αποδείξεων δεν προσφέρει καμία ελάφρυνση. Αντίθετα, η άμεση έκπτωση που προκύπτει από τη μη καταβολή του ΦΠΑ 24% αποτελεί ένα χειροπιαστό, άμεσο κέρδος.

Ας δούμε το παράδειγμα μιας επίσκεψης σε έναν φυσικοθεραπευτή ή έναν υδραυλικό για μια επείγουσα βλάβη. Αν η καθαρή αξία της υπηρεσίας είναι 50 ευρώ, με την έκδοση νόμιμης απόδειξης το κόστος σκαρφαλώνει στα 62 ευρώ.

Ακόμη και αν ο καταναλωτής επιλέξει την ηλεκτρονική πληρωμή για να επωφεληθεί από τις φορολογικές εκπτώσεις που υπόσχεται το σύστημα, το πραγματικό του όφελος περιορίζεται στα 3,72 ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε μια καθαρή επιβάρυνση 8,28 ευρώ σε σχέση με τη «μαύρη» συναλλαγή.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι ένα νοικοκυριό μπορεί να χρειαστεί πέντε τέτοιες παρεμβάσεις ή υπηρεσίες (π.χ. συντήρηση κλιματιστικού, ιδιαίτερα μαθήματα ή τεχνικές εργασίες) μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, η συνολική εξοικονόμηση αγγίζει τα 60 ευρώ. Για πολλές οικογένειες, το ποσό αυτό καλύπτει τα έξοδα του σούπερ μάρκετ για αρκετές ημέρες.

Η θεσμική αντίδραση

Η κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενη τη διαρροή εσόδων, προχωρά σε νομοθετικές παρεμβάσεις για να περιορίσει το φαινόμενο. Το νέο νομοσχέδιο στοχεύει κυρίως στις «σπαστές» αποδείξεις για αγορές άνω των 500 ευρώ, μια τακτική που χρησιμοποιείται για να αποφεύγεται η υποχρεωτική χρήση τραπεζικών μέσων σε μεγάλες συναλλαγές.

Ωστόσο, το δομικό ερώτημα παραμένει. Μπορεί η καταστολή και οι έλεγχοι να αναχαιτίσουν μια τάση που γεννιέται από την ανάγκη επιβίωσης; Όσο η ακρίβεια ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα, η απόδειξη θα αντιμετωπίζεται από μια μεγάλη μερίδα των πολιτών όχι ως κοινωνική υποχρέωση, αλλά ως ένα επιπλέον «χαράτσι» που αδυνατούν να επωμιστούν.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews