Η οικονομική πραγματικότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά διαμορφώνεται μέσα από τη διαρκή άνοδο των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, τον λεγόμενο «πληθωρισμό της τσέπης» που κινείται σε διψήφια νούμερα, και τη συμπίεση των πραγματικών εισοδημάτων. Ταυτόχρονα, τα δεδομένα από την εφοδιαστική αλυσίδα και το κόστος παραγωγής στην Ευρωζώνη προμηνύουν νέες αυξήσεις, την ώρα που οι μισθολογικές αναπροσαρμογές αδυνατούν να καλύψουν τις απώλειες της αγοραστικής δύναμης.
Ο αντιληπτός πληθωρισμός, δηλαδή η αίσθηση των καταναλωτών για τις μεταβολές των τιμών μέσα από τις καθημερινές τους συναλλαγές, έτρεξε στην Ελλάδα με ρυθμό 10,1% το δωδεκάμηνο Απριλίου 2025 – Μαρτίου 2026. Το ποσοστό αυτό συνιστά τεράστια απόκλιση σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, όπου ο αντίστοιχος διάμεσος αντιληπτός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,5%.
Οι τιμές καλπάζουν ανεξέλεγκτα, τα πραγματικά εισοδήματα συρρικνώνονται και η ελληνική κοινωνία ασφυκτιά
Το χάσμα γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν συγκρίνεται με τους επίσημους δείκτες. Στην Ελλάδα, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) κατέγραψε τον Μάρτιο ετήσια αύξηση 3,4%, πράγμα που σημαίνει ότι ο επίσημος πληθωρισμός είναι μόλις το ένα τρίτο του πληθωρισμού που βιώνουν εμπειρικά οι καταναλωτές. Αντίστοιχα, στην Ευρωζώνη η διαφορά μεταξύ αντιληπτού (3,5%) και πραγματικού (2,6%) πληθωρισμού περιορίζεται στις 0,9 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι προβλέψεις των Ελλήνων καταναλωτών για το επόμενο δωδεκάμηνο καταγράφουν προσδοκίες για πληθωρισμό στο 10%, ενισχυμένες από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τη στιγμή που οι μακροοικονομικές προβολές της Τράπεζας της Ελλάδος εκτιμούν τον πληθωρισμό στο 3,1% για το 2026. Η χαώδης αυτή απόκλιση οφείλεται άμεσα στην αναντιστοιχία της ανόδου των τιμών με την αύξηση των πραγματικών μισθών, οδηγώντας σε συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης παρά την ονομαστική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά 5,3% το 2025.
Στο +39% τα τρόφιμα, στο +31% η στέγαση
Η διάσταση μεταξύ των επίσημων γενικών δεικτών και της καθημερινής επιβάρυνσης αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία πενταετίας. Από το 2021 έως σήμερα, τα είδη διατροφής και τα μη αλκοολούχα ποτά έχουν ανατιμηθεί σωρευτικά κατά 39%, ενώ η στέγαση κατά 31,2%. Αυτές οι αυξήσεις είναι δυσανάλογα βαριές για τα χαμηλότερα εισοδήματα (750 έως 1.100 ευρώ), τα οποία επωμίστηκαν μέσο σωρευτικό πληθωρισμό άνω του 19%, έναντι 10% για τα εισοδήματα άνω των 3.500 ευρώ, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους απορροφάται από βασικές ανελαστικές ανάγκες.
Στον τομέα των τροφίμων, το κρέας γενικά έχει αυξηθεί κατά 52,11%. Ειδικότερα, το μοσχάρι κατέγραψε άνοδο 74,36%, το αρνί και κατσίκι 72,58%, και τα πουλερικά 35,36%. Το ελαιόλαδο παρουσιάζει σωρευτική αύξηση 42,96%, παρά την πρόσφατη υποχώρηση, ενώ προϊόντα όπως οι σοκολάτες και το κακάο ενισχύθηκαν κατά 57,82% και 55,60% αντίστοιχα. Στη στέγαση και την ενέργεια, τα ενοίκια ακρίβυναν μεσοσταθμικά πάνω από 29%. Το πετρέλαιο θέρμανσης σημείωσε άνοδο 57,52% και το ηλεκτρικό ρεύμα 43,52%.
Οι απόλυτοι «πρωταθλητές» της πενταετίας εντοπίζονται στις μεταφορές, με τις πτήσεις εξωτερικού να έχουν εκτιναχθεί κατά 178% και τις εσωτερικού κατά 62,77%, καθιστώντας τις υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών αυξημένες συνολικά κατά 75%. Την ίδια ακριβώς περίοδο, ο μέσος μικτός μισθός του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε ονομαστικά κατά περίπου 22%, υπολειπόμενος σημαντικά του πληθωρισμού των βασικών αγαθών.
Έρχεται νέο κύμα ανατιμήσεων
Ενώ οι καταναλωτές ήδη πιέζονται, τα στοιχεία από τα οικονομικά επιτελεία σε επίπεδο Κομισιόν και ΕΚΤ καταδεικνύουν συστηματική αύξηση του κόστους παραγωγής που δεν έχει φτάσει ακόμη στο ράφι. Σε κρίσιμους κλάδους, όπως τα πετροχημικά και τα λιπάσματα, καταγράφονται ανατιμήσεις 8% έως 12% από τις αρχές του έτους. Το κόστος μεταφοράς καυσίμων και πρώτων υλών εμφανίζεται αυξημένο έως και 15%, ενώ οι τιμές του diesel παραμένουν ψηλά.
Η παρούσα κατάσταση περιγράφεται ως «ασύμμετρη μετάδοση». Οι επιχειρήσεις έχουν προς το παρόν απορροφήσει μεγάλο μέρος της επιβάρυνσης, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους κατά 1,5 έως 2 ποσοστιαίες μονάδες στη μεταποίηση και τα τρόφιμα, διατηρώντας έναν φαινομενικά ελεγχόμενο πληθωρισμό. Στην Ελλάδα, τα δεδομένα δείχνουν ήδη αυξήσεις 10%-15% στο κόστος μεταφοράς βασικών προϊόντων και πάνω από 12% στο αγροτικό κόστος (λιπάσματα, καύσιμα).
Το φαινόμενο του «παγώματος τιμών παρά το κόστος», που παρατηρείται σήμερα στο λιανεμπόριο για να συγκρατηθεί η ζήτηση, δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Τα μοντέλα της Κομισιόν υπολογίζουν μια χρονική υστέρηση 6 έως 10 εβδομάδων από την αύξηση της παραγωγής μέχρι την αποτύπωσή της στους δείκτες. Ως εκ τούτου, το βασικό σενάριο προβλέπει ένα «δεύτερο κύμα» ανατιμήσεων να εκδηλώνεται εντός του καλοκαιριού, καθώς οι αντοχές των επιχειρήσεων να απορροφούν τα κόστη θα εξαντλούνται.
Συμπιέζεται ο μέσος μισθός
Η προσπάθεια εξισορρόπησης της κατάστασης μέσω των μισθών εμφανίζει δομικές αδυναμίες. Ο κατώτατος μισθός έφτασε τα 920 ευρώ μικτά (μετά την πρόσφατη αύξηση 4,5%), καταγράφοντας σωρευτική άνοδο άνω του 41% από το 2019. Παρόλα αυτά, ο πραγματικός μισθός στη χώρα, υπολογισμένος σε όρους αγοραστικής δύναμης, βρίσκεται στη χαμηλότερη θέση της Ευρώπης, ενώ ο ονομαστικός μέσος μισθός παραμένει ο δεύτερος χαμηλότερος.
Το 2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε ονομαστικά μόλις κατά 1,5% (στα 1.362 ευρώ), γεγονός που σημαίνει ότι σε πραγματικούς όρους μειώθηκε, καθώς ο μέσος πληθωρισμός έτρεξε με 2,9%. Το φαινόμενο του «spillover effect» (της διάχυσης της αύξησης του κατώτατου στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια) είναι περιορισμένο. Μια αύξηση στον κατώτατο μεταφράζεται σε άνοδο περίπου 4% για μισθούς μεταξύ 950-1.000 ευρώ, αλλά πέφτει στο 2% για το κλιμάκιο 1.050-1.150 ευρώ και εκμηδενίζεται (1%) σε μισθούς άνω των 1.200 ευρώ.
Με τα τρόφιμα ανατιμημένα κατά 39% και τη στέγαση κατά 31% στην πενταετία, η αύξηση στον κατώτατο μισθό φαντάζει πλέον ως σταγόνα στον ωκεανό ακρίβειας
Η Ελλάδα καταγράφει μία από τις υψηλότερες αναλογίες κατώτατου προς μέσο μισθό στην ΕΕ, αγγίζοντας το 63%, πράγμα που αποδεικνύει τον μαζικό εγκλωβισμό των μισθωτών στα χαμηλότερα κλιμάκια αποδοχών. Η συμπίεση είναι πιο έντονη στις πολύ μικρές επιχειρήσεις (κάτω των 10 ατόμων), όπου ο μέσος μισθός είναι μόλις 1.153 ευρώ μικτά και η αναλογία εκτινάσσεται στο 79%. Ακόμη και οι συλλογικές συμβάσεις σε κλάδους όπως η εστίαση επιβεβαιώνουν αυτήν τη σύγκλιση, με τους εισαγωγικούς μισθούς να κυμαίνονται σχεδόν στο επίπεδο του κατώτατου και τα υψηλότερα κλιμάκια να περιορίζονται σε χαμηλά επίπεδα, ακυρώνοντας επί της ουσίας τη δυνατότητα της μισθωτής εργασίας να αντιμετωπίσει τις σωρευτικές και συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις.






