Το πρωί της 11ης Φεβρουαρίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ (του οποίου οι φλύαρες ομιλίες και οι παραληρηματικές, βίαιες και βλάσφημες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οδηγούν σε αυξανόμενα ερωτήματα σχετικά με τη υγιή λειτουργία των νοητικών του ικανοτήτων) στον Λευκό Οίκο, παραχωρεί τον λόγο στον Μπένγιαμιν Νετανιάχου.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ με απόλυτα σοβαρό ύφος αναφέρει πώς η κοινή αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική επίθεση στο Ιράν θα μπορούσε επιτέλους να φέρει το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Το γνωρίζουμε αυτό χάρη σε ορισμένα εξαιρετικά ρεπορτάζ στους New York Times αυτή την εβδομάδα από τους δημοσιογράφους Τζόναθαν Σουάν και Μάγκι Χάμπερμαν.
Εκτός από τις συναρπαστικές λεπτομέρειες που καταγράφουν οι δύο δημοσιογράφοι, το ρεπορτάζ τους (που αποτελεί μέρος ενός επερχόμενου βιβλίου) είναι εξαιρετικά σημαντικό για δύο λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι η εκδοχή του φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη ότι ο Τραμπ οδηγήθηκε στον πόλεμο από το Ισραήλ: μια απόφαση πόυ όσο περνά ο καιρός προκαλεί όλο και περισσότερη οργή στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τους πολίτες τους να στρέφονται ολοένα και περισσότερο εναντίον του Ισραήλ.
Απόδειξη αυτού είναι και μία νέα έρευνα αυτή την εβδομάδα από το Pew Research Centre, η οποία έδειξε ότι το 60% των ενηλίκων στις ΗΠΑ έχουν πλέον αρνητική άποψη για το Ισραήλ, από 53% που ήταν πέρυσι.
Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα, το 59% έχει ελάχιστη ή καθόλου εμπιστοσύνη στον Νετανιάχου ότι πράττει σωστά όσον αφορά τις παγκόσμιες υποθέσεις, από 52% πέρυσι.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων κάτω των 50 ετών έχει πλέον αρνητική γνώμη για το Ισραήλ, με ποσοστό 57%, από 50% πέρυσι.
Αυτή η μετατόπιση στις απόψεις των ΗΠΑ για το Ισραήλ αντιπροσωπεύει μια βαθιά αναδιάρθρωση στην αμερικανική πολιτική που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον για το Ισραήλ και τα πολύ μεγάλα ποσά οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης που λαμβάνει από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τα «γνωστά-άγνωστα»
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ρεπορτάζ κρίνεται ως σημαντικό, είναι ότι έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τις ελλείψεις σε πραγματικές, αξιόπιστες πληροφορίες που λαμβάνει το κοινό σχετικά με αυτή τη σύγκρουση.
Για παράδειγμα, έχουν περάσει έξι εβδομάδες από την ισραηλινο-αμερικανική επίθεση στο Ιράν, κατά τις οποίες ο κόσμος εξακολουθεί να έχει ελάχιστες αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με το ποιος στην πραγματικότητα κυβερνά το Ιράν ή ποιος ήταν ο αντίκτυπος του πολέμου στον πληθυσμό του, τις υποδομές ή την πολεμική του ικανότητα.
Ομοίως, γνωρίζουμε ελάχιστα αξιόπιστα για το κόστος που έχει η σύγκρουση στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ και φυσικά στα κράτη του Κόλπου που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ιρανικών επιθέσεων.
Έχουν εμφανιστεί πληροφορίες σε λίγες μόνο στιγμές, με καθυστέρηση, σχετικά με τον πραγματικό απολογισμό από την ιρανική πυραυλική επίθεση στην αμερικανική πρεσβεία στο Ριάντ, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί.
Γνωρίζουμε επίσης λίγα για τις ζημιές που υπέστη το αεροπλανοφόρο USS Gerald R Ford, το οποίο το έθεσε εκτός δράσης και αν αυτές οφείλονται σε ιρανικό χτύπημα ή λόγω πυρκαγιάς στο πλυντήριο, όπως επίσημα ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι και το ότιτα κράτη του Κόλπου έχουν ως επί το πλείστον υποβαθμίσει και αποσιωπήσει τον αντίκτυπο των επιθέσεων στις υποδομές τους. Για παράδειγμα, αναφέρθηκε καθυστερημένα ότι η παραγωγική ικανότητα πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας έχει μειωθεί κατά 600.000 βαρέλια την ημέρα.
Ενώ πιστεύεται ότι το επίπεδο των αποθεμάτων συστημάτων αεράμυνας έχει εξαντληθεί δραματικά στον Κόλπο και στο Ισραήλ και, στην πραγματικότητα, σε παγκόσμιο επίπεδο.
Επικρατεί ακόμη σύγχυση σχετικά με το πόσα πλοία μπορεί να έχουν περάσει ή όχι από το Στενό του Ορμούζ, εκτός από την αόριστη παρατήρηση ότι δεν είναι πολλά.
Στο πεδίο της μάχης τώρα, τόσο το Ιράν όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν συντριπτικές νίκες αυτή την εβδομάδα ο καθένας για λογαριασμό του σύμφωνα με τις εξαγγελίες τους, καθώς ανακοινώθηκε μια αμφίβολη εκεχειρία.
Βάσει όλων αυτών τα γεγονότα που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι: το Στενό του Ορμούζ δεν είναι ανοιχτό. Το Ιράν διατηρεί την ικανότητά του να εκτοξεύει στρατηγικά πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) στο Ισραήλ και τον Κόλπο.
Και τα δύο αυτά γεγονότα αμβλύνουν τους ισχυρισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ ότι έχουν κερδίσει τον πόλεμο και καταστρέψει τη πολεμική μηχανή της Τεχεράνης.
«Μου ακούγεται καλό»
Η απαίτηση για προσοχή που υπονοείται στη συνεχώς μεταβαλλόμενη ροή δηλώσεων του Ντόναλντ Τραμπ (και το αιώνιο ερώτημα για το τι άλλο θα πει στη συνέχεια), τείνουν να επισκιάζουν ορισμένες από τις περίπλοκες πτυχές ολόκληρης της αμερικανο-ισραηλινής επιχείρησης στο Ιράν.
Το πιο αξιοσημείωτο σε αυτό είναι η τεράστια απόκλιση μεταξύ της φαινομενικής ποιότητας των πληροφοριών του Ισραήλ και της εξίσου φαινομενικής βαθιάς εσφαλμένης εκτίμησης των αποτελεσμάτων.
Ο κόσμος έχει μείνει άναυδος τα τελευταία δύο χρόνια από την θανατηφόρα λεπτομερή «ποιότητα» των πληροφοριών που είχε το Ισραήλ για τους εχθρούς του στο Ιράν και στον Λίβανο, οι οποίες του επέτρεψαν να πραγματοποιήσει επανειλημμένα καταστροφικά πλήγματα στην ηγεσία της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και του Ιράν.
Αλλά ακόμη και αυτό το επίπεδο πληροφόρησης δεν φαίνεται να το εμπόδισε να κάνει θεαματικά κακές συνολικές εκτιμήσεις των πιθανοτήτων του να νικήσει αυτούς τους εχθρούς του.
Ο Τζόναθαν Σουάν και η Μάγκι Χάμπερμαν αναφέρουν ότι, σε εκείνη τη συνάντηση της Αίθουσας Κρίσεων πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, ο Νετανιάχου και η ομάδα του «περιέγραψαν τους όρους που παρουσίασαν ως δείκτες σχεδόν βέβαιης νίκης: το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν θα μπορούσε να καταστραφεί σε λίγες εβδομάδες».
«Το καθεστώς θα αποδυναμωνόταν τόσο πολύ που δεν θα μπορούσε να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ και η πιθανότητα το Ιράν να εξαπολύσει πλήγματα εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων σε γειτονικές χώρες αξιολογούνταν ως ελάχιστη».
Επιπλέον, «οι πληροφορίες της Μοσάντ έδειχναν ότι οι διαδηλώσεις στους δρόμους του Ιράν θα ξεκινούσαν ξανά και με την ώθηση της ισραηλινής υπηρεσίας κατασκοπείας να συμβάλει στην υποκίνηση ταραχών και εξεγέρσεων, μια έντονη εκστρατεία βομβαρδισμών θα μπορούσε να δημιουργήσει τις ιδανικές συνθήκες για την ιρανική αντιπολίτευση να ανατρέψει το καθεστώς».
Από αυτή τη συνάντηση αυτό που θα μείνει στην ιστορία είναι η εκτίμηση του Τραμπ, ο οποιός είχε πει μετά την ενημέρωση από τους ισραηλινούς: «Μου ακούγεται καλό».
Οι σύμβουλοί και οι αξιωματούχοι όμως του Αμερικανού προέδρου έχουν άλλη γνώμη.Οι New York Times αναφέρουν ότι ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, χρησιμοποίησε μία λέξη για να περιγράψει τα σενάρια αλλαγής καθεστώτος του Ισραηλινού πρωθυπουργού: «Φάρσα».
Σε εκείνο το σημείο, ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρενέβη: «Με άλλα λόγια, είναι ανοησίες», είπε.
Ο αρχηγος του Κοινού Επιτελείου Στρατού των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν, περιέγραψε την ισραηλινή ενημέρωση ως την «τυπική διαδικασία λειτουργίας» τους, βάσει της εμπειρίας του.
«Πωλούν υπερβολικά και τα σχέδιά τους δεν είναι πάντα καλά ανεπτυγμένα. Ξέρουν ότι μας χρειάζονται και γι’ αυτό πουλάνε σκληρά», φέρεται να είπε ο στρατηγός Κέιν.
Αυξανόμενος κυνισμός
Ας αφήσουμε στην άκρη προς το παρόν το ζήτημα της εκπληκτικής αδυναμίας του ανώτερου κύκλου συμβούλων του προέδρου των ΗΠΑ που αποκαλύφθηκε σε αυτή την ιστορία: ότι κανένας τους δεν είπε στον Τραμπ ότι δεν έπρεπε να δεσμευτεί σε αυτή τη σύγκρουση, παρά τις σαφείς βαθιές επιφυλάξεις τους γι’ αυτήν.
Αντ’ αυτού, επικεντρωθείτε στο πώς η υπερβολή ήταν ένα προοίμιο του πολύ προφανούς χάσματος που έχει ανοίξει τώρα την περασμένη εβδομάδα μεταξύ των πολεμικών στόχων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, και το οποίο είναι επικίνδυνο και για τους δύο.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ βρίσκεται τώρα υπό τεράστια πίεση, τόσο εντός όσο και παγκοσμίως, λόγω των καταστροφικών επιπτώσεων που έχει το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ στην παγκόσμια οικονομία, και επειδή δεν έχει καταφέρει να πετύχει μια σαφή νίκη, παρά την αλαζονεία του και την τεράστια ισχύ πυρός του αμερικανικού στρατού.
Οι πολεμικοί στόχοι του Ισραηλινού πρωθυπουργού, και οι πιέσεις που δέχεται από αυτούς, είναι πολύ πιο συγκεκριμένοι. Παραμένει αποφασισμένος να συντρίψει και να καταστρέψει το καθεστώς στο Ιράν και να συνεχίσει με κάθε μέσο τον πόλεμο.
Η μαζική επίθεση του Ισραήλ στη Βηρυτό αυτή την εβδομάδα που χτύπησε 100 στόχους σε 10 λεπτά, σκοτώνοντας πάνω από 300 ανθρώπους ήταν ένα μήνυμα προς τον κόσμο ότι δεν επρόκειτο να τα παρατήσει, ακόμα κι αν άλλοι στη θέση του θα το έκαναν.
Ο Νετανιάχου όμως αντιμετωπίζει και την ταπείνωση ότι δεν είχε ενημερωθεί για τα σχέδια εκεχειρίας της τελευταίας στιγμής του Τραμπ μέχρι που έγιναν ουσιαστικά τετελεσμένα, και την ανάγκη να διαχειριστεί τώρα την απαίτηση του Τραμπ και να «χαμηλώσει τους τόνους».
Αυτό εξηγεί την ανακοίνωση του ισραηλινού πρωθυπουργού ότι είχε «εξουσιοδοτήσει» συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός με την κυβέρνηση του Λιβάνου, ακόμη και ενώ είχε δεσμευτεί να συνεχίσει να επιτίθεται στη Χεζμπολάχ.
Ενώ κανείς δεν περιμένει στην πραγματικότητα ότι τέτοιες συνομιλίες θα πετύχουν κάτι – δεδομένου ότι η διαμάχη του είναι με τη Χεζμπολάχ, όχι με την κυβέρνηση του Λιβάνου – ενδεχομένως δίνει στον Νετανιάχου αρκετή κάλυψη απέναντι στον Τραμπ για να ισχυριστεί ότι δεν εμποδίζει τις διαπραγματεύσεις στην Ισλαμαμπάντ.
Αλλά αυτό δεν σταματά τον αυξανόμενο κυνισμό που αναφέρεται στο Ισραήλ σχετικά με τις στρατηγικές του Νετανιάχου.
Το Ισραήλ βρίσκεται σε πόλεμο από τις 7 Οκτωβρίου 2023 και, παρά την αγριότητα των επιθέσεων εναντίον άμαχου πληθυσμού τόσο στη Γάζα πριν όσο και στον Λίβανο τώρα που έχουν οδηγήσει τη χώρα και τον ηγέτη της – να κατηγορούνται για εγκλήματα πολέμου που περιλαμβάνουν γενοκτονία, η Χαμάς δεν έχει ακόμη αφοπλιστεί, η Χεζμπολάχ συνεχίζει να χτυπά το βόρειο Ισραήλ και οι περισσότεροι αναλυτές πιστεύουν ότι το Ιράν έχει γίνει πιο ριζοσπαστικό και εκδικητικό.
Το ερώτημα για τους Ισραηλινούς πολίτες είναι ένα: αν ο Μπενγιαμίν Νετανιάχου τους έχει κάνει λιγότερο ασφαλείς τόσο στη γειτονιά τους, όσο και σε όλο τον κόσμο ακριβώς λόγω των αδίστακτων και εγκληματικών επιθέσεων της πολιτικής και στρατιωτικής τους ηγεσίας που συνεχίζουν να διαπράττουν χωρίς να υπολογίζουν τίποτε και κανέναν και φυσικά ποια θα είναι η κατάληξη ενός κράτους που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και μιας περιοχής που από την εποχή των σταυροφοριών είναι κατά καιρούς φλεγόμενη και η πλέον ματωμένη του πλανήτη.






