Καθώς ολοκληρώνεται το πρώτο τρίμηνο του 2026 αναμφισβήτητα μπορούμε να πούμε πως η ελληνική οικονομία έχει περάσει για τα καλά από τη φάση της «επιβίωσης» στη φάση της σταθερότητας όμως, δυσκολεύεται να εισέλθει σε μια φάση «εκρηκτικής ανάπτυξης».
Οι αναλυτές προβλέπουν μια μέτρια άνοδο του ΑΕΠ, ενώ εκφράζουν ανησυχίες για τον αυξανόμενο πληθωρισμό και τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες που επιβαρύνουν τα νοικοκυριά. Oι καθυστερήσεις στα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν τροχοπέδη για την παραγωγικότητα.
Παραμένει σε μια κατάσταση στασιμότητας ή αργής προόδου, παρά την ύπαρξη δυναμικής ή προσδοκιών για κάτι καλύτερο.
«Δεν εμφανίζει δυναμική επιτάχυνσης» η ελληνική οικονομία
Αυτή η «απουσία δυναμικής» για ένα μεγαλύτερο «άλμα» οφείλεται σε συγκεκριμένους δομικούς παράγοντες που «φρενάρουν» την ελληνική οικονομία.

Από τη μία πλευρά, η χώρα καταγράφει αδιαμφισβήτητες επιδόσεις στο πεδίο της δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαχείρισης του δημόσιου χρέους, κεφαλαιοποιώντας την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών.
Από την άλλη πλευρά έχει ανάγκη για περισσότερες μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα προσδώσουν περαιτέρω δυναμική στην ελληνική οικονομία, υπογραμμίζουν αναλυτές της Wood & Company.
«Η ελληνική οικονομία παραμένει σταθερή, αλλά δεν εμφανίζει δυναμική επιτάχυνσης, παρά τις μεταρρυθμίσεις. Το ίδιο μήνυμα προκύπτει και από τους ισολογισμούς του ιδιωτικού τομέα, γεγονός που υποδηλώνει ότι το επίπεδο των μεταρρυθμίσεων δεν έχει ακόμη φτάσει σε κρίσιμη μάζα ώστε να οδηγήσει σε ένα νέο άλμα στην οικονομική ανάπτυξη» αναφέρουν οι αναλυτές.
Αύξηση του ΑΕΠ και πληθωρισμός
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον επενδυτικό όμιλο η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμάται επί του παρόντος στο 2%–2,5%, υποστηριζόμενη από τη μείωση της ανεργίας και τη βελτίωση του κλίματος των νοικοκυριών. Τονίζει ωστόσο ότι οι τουριστικές ροές χαρακτηρίζονται από υψηλή αβεβαιότητα για το επόμενο διάστημα.
Η εκτίμηση είναι σαφώς καλύτερη από αυτή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) που αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη (2026) στο 1,9%, από 2,1% αλλά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που στο πλαίσιο του άρθρου ΙV για την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, μείωσε την εκτίμησή του για τον ρυθμό μεγέθυνσης στο 1,8%, από 2,0% στην τακτική έκδοσή του.

Ο πληθωρισμός, σύμφωνα με τη Wood, από 2,6% το 2025, θα αυξηθεί στο 2,8-3,8% φέτος. Το έλλειμμα στον λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει υψηλό και θα αυξηθεί φέτος στο 6,7% από 6,4% το 2025. Ο δείκτης χρέους εκτιμάται στο 134,5% φέτος, από 144,2% πέρσι.
Οι συνέπειες του πολέμου
Οι προβλέψεις αυτές του οίκου βασίζονται στην υπόθεση ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν διαρκεί πάνω από δύο μήνες. Η διαρκής πίεση στα πραγματικά εισοδήματα και η ραγδαία αύξηση του κόστους των ανελαστικών δαπανών συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένου οικονομικού κινδύνου για το μέσο νοικοκυριό.
Η γεωπολιτική αστάθεια έχει κάνει την εμφάνισή της για τους έλληνες καταναλωτές στην αντλία και το ράφι και η μακροοικονομική σταθερότητα δεν διαχέεται με την ίδια ταχύτητα στη βάση της κοινωνίας. Παρά την σημαντική ανάκαμψη της οικονομίας η πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των νοικοκυριών παραμένει απογοητευτική. Οι συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις και το «τέρας» της ακριβείας εξανεμίζουν τα διαθέσιμα εισοδήματα.
Σύμφωνα με τη Wood, η χρηματοδότηση είναι προσιτή για τις εταιρείες, αλλά όχι εξαιρετική για τα νοικοκυριά. Η αγορά εργασίας είναι ακμάζουσα, κάτι που βοηθάει, αλλά το βασικό εμπόδιο παραμένει το αντιληπτό υψηλό επίπεδο τιμών για τα νοικοκυριά.

Φθίνουσα δυναμική
Η μεγάλη εικόνα για την Ελλάδα δείχνει πως αναμένεται να διατηρήσει μεν θετικό πρόσημο, αλλά με φθίνουσα δυναμική καθώς θα πλησιάζουμε στο τέλος της δεκαετίας.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκτιμά ότι η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθεί μέσα από ένα συνδυασμό πολιτικών όπως μία συνετή δημοσιονομική πολιτική, ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση διαρθρωτικών εμποδίων.
Επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις στα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν απειλή για τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα της χώρας.
Τέλος, εκφράζεται ανησυχία για την ευαλωτότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των νοικοκυριών απέναντι σε μελλοντικά οικονομικά σοκ.






