Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν μαίνεται. Και έχει οδηγήσει σε τέτοια αύξηση των τιμών στην ενέργεια, ώστε ο πληθωρισμός να είναι ξανά το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι παγκόσμιες οικονομίες. Δεν είναι μόνο το κόστος των καυσίμων στην αντλία, αλλά η ακρίβεια που θα αυξήσει συνολικά το κόστος ζωής.
Σε ανάλυσή του ο Economist επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός επανέρχεται με δριμύτητα. Στις αρχές του 2026 ήταν κοντά στο 2%, όπου είχε πέσει έπειτα από το σοκ που προκάλεσε στη διεθνή οικονομία (είχε φτάσει το 10% το 2022) η πανδημία αρχικά και ο πόλεμος στην Ουκρανία στη συνέχεια.
Εκτός από το επίπεδο των τιμών της ενέργειας, σημασία έχει και το ποσοστό της μεταβολής τους
«Το πληθωριστικό θηρίο», όπως λέει ο Economist, «άνοιξε ξανά τα μάτια του».
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει διαταράξει ξανά τις αγορές ενέργειας. Και παρά τις αλχημείες του Ντόναλντ Τραμπ για να καθησυχάσει τις αγορές, όπως όταν λέει ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα, οι ροές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένουν ίσως 97% κάτω από τα κανονικά επίπεδα. Επίσης, το Ιράν βομβαρδίζει ενεργειακές υποδομές (πετρελαίου και φυσικού αερίου) σε όλη τη Μέση Ανατολή και οι τιμές της ενέργειας έχουν εκτοξευθεί.

Η τιμή του αργού πετρελαίου Brent είναι περίπου 100 δολάρια το βαρέλι από 60 δολάρια στην αρχή του έτους. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί –και σχεδόν παντού αλλού. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτές οι αναταραχές θα πρέπει να επιδεινωθούν πολύ για να προκαλέσουν μια παγκόσμια ύφεση. Αλλά το πρόβλημα είναι άλλο: ο πληθωρισμός.
Ένα ζοφερό σενάριο: ύφεση
Η αλληλουχία των εξελίξεων είναι απλή: Η αύξηση του κόστους της ενέργειας προκαλεί μείωση της παραγωγής. Τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών μειώνονται καθώς πληρώνουν περισσότερα για καύσιμα και ενέργεια. Οι καταναλωτές που αναγκάζονται να πληρώσουν περισσότερα για βενζίνη μειώνουν άλλες δαπάνες.
Μελέτη της συμβουλευτικής εταιρείας Oxford Economics εκτιμά ότι δύο μήνες τιμών αργού πετρελαίου στα 140 δολάρια (παράλληλα με υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου) θα ωθούσαν τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας σε μια ύφεση. Έρευνα οικονομολόγων από τη Wall Street Journal εκτιμά ότι τα 138 δολάρια είναι το σημείο καμπής για την Αμερική. Πολλές οικονομίες απειλούνταν με ύφεση ακόμη και πριν ξεκινήσει ο πόλεμος στο Ιράν. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη είναι κοντά στο ιστορικό χαμηλό στην Αμερική και ελάχιστα υψηλότερη αλλού.
Οι εταιρείες ενδέχεται να μετακυλίσουν το κόστος πιο γρήγορα στους καταναλωτές από ό,τι το 2022-23
Ο Economist επισημαίνει ότι αυτό το σενάριο μπορεί να είναι πολύ ζοφερό. Έρευνα της Deutsche Bank έδειξε ότι εκτός από το επίπεδο των τιμών της ενέργειας, σημασία έχει και το ποσοστό της μεταβολής τους.
Για παράδειγμα, η ύφεση της Αμερικής κατά την πετρελαϊκή κρίση του 1973-75 ήταν τόσο βαθιά επειδή οι τιμές του πετρελαίου υπερτριπλασιάστηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τώρα, δεν έχουν καν διπλασιαστεί.
Επίσης, σύμφωνα με τον Στίβεν Μπλιτζ, της συμβουλευτικής εταιρείας TS Lombard, η συρρίκνωση του ΑΕΠ λόγω της πετρελαϊκής κρίσης του 1990, ήρθε με τιμής του αμερικανικού αργού αυξημένη κατά 166%. Συνεπώς, για να προκληθεί ένα συγκρίσιμο σοκ σήμερα, θα έπρεπε να φτάσει τα 175 δολάρια.
Και η ύφεση τώρα φαίνεται κάπως μακρινή, διότι η παγκόσμια οικονομία εισήλθε στην ενεργειακή κρίση σε αξιοπρεπή κατάσταση. Οι πραγματικοί μισθοί στις προηγμένες οικονομίες αυξάνονται κατά τουλάχιστον 1% ετησίως. Το τέταρτο τρίμηνο του 2025, τα παγκόσμια εταιρικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 15% σε ονομαστικούς όρους, σε σύγκριση με ένα χρόνο νωρίτερα. Μια σειρά δεδομένων σε πραγματικό χρόνο υποδηλώνουν ότι τους τελευταίους μήνες η ανάπτυξη στον πλούσιο κόσμο έχει επιταχυνθεί.
Έτσι, παρά τις διακυμάνσεις στις αγορές ενέργειας, λίγοι επενδυτές πανικοβάλλονται για τον κίνδυνο ύφεσης. Σύμφωνα με έρευνα της Goldman Sachs, οι επενδυτές προεξοφλούν μια ήπια επιβράδυνση, όχι ύφεση.
Αλλά υπάρχει ο πληθωρισμός
Και αν οι επενδυτές είναι σχετικά ήσυχοι για τον κίνδυνο ύφεσης, ο πληθωρισμός τους προβληματίζει.
Ο πληθωρισμός μπορεί να αυξηθεί κατά 0,3-0,4 ποσοστιαίες μονάδες, από μια αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά 10 δολάρια.

Υποθέτοντας ότι το πετρέλαιο παραμένει γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, ο μέσος πληθωρισμός στις χώρες του ΟΟΣΑ μπορεί επομένως να αυξηθεί πάνω από 4%. Στα 140 δολάρια, ο πληθωρισμός της τάξης του 5-6% δεν αποκλείεται.
Και είναι ανησυχητικό ότι οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να είναι λιγότερο ικανές να ανταποκριθούν σε ένα πληθωριστικό σοκ από ό,τι το 2022. Οι εταιρείες ενδέχεται να μετακυλίσουν το κόστος πιο γρήγορα στους καταναλωτές από ό,τι το 2022-23. Και με τον τρόπο αυτό να διασωθούν οι ίδιες αυξάνοντας τις τιμές.
Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών είναι να περιορίσουν μια ακόμη κρίση κόστους ζωής
Οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να πιεστούν να μην αυξήσουν τα επιτόκια, μέτρο σύνηθες για να καταπολεμηθεί ο πληθωρισμός. Φανταστείτε την οργή του Ντόναλντ Τραμπ, αν ο νέος διοικητής της Fed, Κέβιν Γουόρς, ξεκινήσει τη θητεία του αυξάνοντας τα επιτόκια.
Απότομη αύξηση
Τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο (αν και δεν είναι πάντα αξιόπιστα) δείχνουν ότι η μάστιγα του πληθωρισμού σαρώνει. Η Alternative Macro Signals, μια συμβουλευτική εταιρεία, αναλύει εκατομμύρια άρθρα ειδήσεων. Και καταλήγει σε έναν παγκόσμιο δείκτη για τον πληθωρισμό, που έχει αποδειχθεί χρήσιμος προγνωστικός δείκτης επίσημων αριθμών.
Σύμφωνα με αυτόν τον δείκτη, ο πληθωρισμός έχει πρόσφατα αυξηθεί απότομα. Εάν διατηρηθούν τα ιστορικά πρότυπα, μέχρι τον Ιούλιο ο μηνιαίος παγκόσμιος πληθωρισμός θα μπορούσε να αυξηθεί πάνω από 0,6%. Αυτό είναι περισσότερο από 7% σε ετήσια βάση.
Καμπανάκι χτυπούν και τα στοιχεία της συμβουλευτικής Truflation, η οποία αναλύει τις τιμές σε πραγματικό χρόνο από μια μεγάλη ποικιλία πηγών. Τα στοιχεία της υποδηλώνουν ότι αυτόν τον μήνα ο ετήσιος πληθωρισμός αγαθών στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί από λιγότερο από 1% σε σχεδόν 3,5%. Και αυτό ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών της βενζίνης.
Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών είναι να περιορίσουν μια ακόμη κρίση κόστους ζωής. Στην αρχή, οι κυβερνήσεις μπορεί να νιώσουν αναγκασμένες να διασώσουν τους πολίτες. Το 2022-23, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διέθεσαν περίπου το 3-4% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο για να μειώσουν το αυξανόμενο κόστος ενέργειας που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις. Τα μέτρα βοήθησαν τους φτωχότερους της Ευρώπης να αποφύγουν σοβαρές στερήσεις. Αλλά ήρθαν με τεράστιο δημοσιονομικό κόστος. Και επειδή οι μισές δαπάνες δεν ήταν στοχευμένες, οι πλούσιοι άνθρωποι ωφελήθηκαν περισσότερο.
Θα επέλεγαν οι κυβερνήσεις πιο στοχευμένα μέτρα αυτήν τη φορά; Το μόνο σίγουρο είναι ότι η μακροχρόνια οικονομική συνέπεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να είναι η επιδείνωση των δημοσιονομικών δεινών του πλούσιου κόσμου.






