Η φωτογραφία είχε γίνει σύμβολο της καταστολής των διαδηλώσεων στο Γκεζί: Ένας αστυνομικός ρίχνει χημικά στη «γυναίκα με τα κόκκινα» κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στην Κωνσταντινούπολη, ενός κύματος αμφισβήτησης κατά της εξουσίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τότε πρωθυπουργού της Τουρκίας και νυν προέδρου, που είχε συγκλονίσει την άνοιξη του 2013 την Τουρκία.
Ήταν η Τζεϊντά Σουνγκούρ, μία κοπέλα που βρισκόταν στο πάρκο Γκεζί, φορώντας ένα κόκκινο φόρεμα και κρατώντας μία λευκή τσάντα, αλλά ο φωτογραφικός φακός την έπιασε την ώρα που – για κανέναν προφανή λόγο – της έριχνε σπρέι πιπεριού ο αστυνομικός.
Ο αστυνομικός κρίθηκε ένοχος το 2015 για «εκ προθέσεως πρόκληση σωματικής βλάβης» και «επαγγελματικό παράπτωμα». Το δικαστήριο τον είχε καταδικάσει σε δύο δεκαμηνιαίες ποινές φυλάκισης. Αποφυλακίστηκε αμέσως για «καλή διαγωγή».
Σήμερα (17/3/2026), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επέκρινε την Τουρκία για ανεπαρκή τιμωρία του αστυνομικού.
Οι δικαστές τον είχαν επίσης καταδικάσει σε μια πιο ασυνήθιστη τιμωρία: να φυτεύσει 300 δέντρα και να επιβλέψει την ανάπτυξή τους για έξι μήνες, σημείωσε το ΕΔΑΔ σε απόφασή του.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή αυτή. Έπειτα από έφεση της Σουνγκούρ, η οποία υποστήριξε ότι ο αστυνομικός δεν είχε λάβει δίκαιη τιμωρία, οι δικαστές του ΕΔΑΔ αποφάνθηκαν ότι η Τουρκία παραβίασε το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το οποίο απαγορεύει βασανιστήρια και «απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση».
Η Τουρκία διατάχτηκε να καταβάλει στην αιτούσα 11.900 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα.
Η εκκένωση του πάρκου Γκεζί κλιμακώθηκε σε ένα πρωτοφανές κύμα διαμαρτυριών, που κινητοποίησε περισσότερα από τρία εκατομμύρια ανθρώπους για τρεις εβδομάδες, απαιτώντας την παραίτηση του Ερντογάν, ο οποίος κατηγορήθηκε για αυταρχικές και ισλαμιστικές τάσεις.
Η καταστολή είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον οκτώ θανάτους, περισσότερους από 8.000 τραυματισμούς και χιλιάδες συλλήψεις.
Η «γυναίκα με τα κόκκινα» κατηγορήθηκε αρχικά για «υποκίνηση σε ανυπακοή στο νόμο», προτού ένας εισαγγελέας αποσύρει τις κατηγορίες λίγους μήνες αργότερα.






