Κόσμος

Κριτική από φίλους και συμμάχους στην πολιτική Τραμπ για τον πόλεμο


«Μπορούμε να τους τελειώσουμε μέσα σε μία ώρα», είχε διακηρύξει με αυτοπεποίθηση ο Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει ήδη ξεπεράσει τις δύο εβδομάδες, χωρίς να διαφαίνεται κάποιο σαφές τέλος στον ορίζοντα. Επισήμως, η Ουάσινγκτον  προβάλλει μια εικόνα επιτυχίας και στρατιωτικής υπεροχής. Πίσω όμως από τις θριαμβολογίες, το σκηνικό είναι αρκετά διαφορετικό, καθώς το παρασκήνιο δείχνει ότι όσο περνούν οι ημέρες ο Αμερικανός πρόεδρος εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο σε μια σύγκρουση χωρίς ξεκάθαρη διέξοδο.

Και κάθε ημέρα που περνά, ο λογαριασμός μεγαλώνει. Το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ προκαλεί ισχυρούς τριγμούς στην παγκόσμια οικονομία, πυροδοτώντας νέα ενεργειακή αναταραχή. Το οικονομικό κόστος των επιχειρήσεων εκτοξεύεται, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι πιέσεις στα πυραυλικά αποθέματα. Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται πλέον να έχει παγιδευτεί πολιτικά και στρατηγικά, δεχόμενος έντονες πιέσεις ακόμη και από πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος, που τον καλούν να αναζητήσει τρόπο απεμπλοκής από τη σύγκρουση.

Την ίδια ώρα, οι αντιφατικές δηλώσεις – τόσο του ίδιου όσο και Αμερικανών αξιωματούχων – εντείνουν το κλίμα αβεβαιότητας και τροφοδοτούν την εντύπωση ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν διαθέτει ένα ρεαλιστικό πολιτικό σχέδιο για το Ιράν. Αντί για σαφή στρατηγική, η Ουάσινγκτον φαίνεται να κινείται σε έναν πόλεμο φθοράς, ελπίζοντας πως η ηγεσία της Τεχεράνης  θα υποχωρήσει κάποια στιγμή.

Από τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς  και κύκλους του κινήματος MAGA  μέχρι Ευρωπαίους ηγέτες και τον Τούρκο πρόεδρο  Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το μήνυμα που φτάνει στον Λευκό Οίκο είναι όλο και πιο σαφές: «Ντόναλντ, άλλαξε πορεία».

«Πρόεδρε, σταμάτα τον πόλεμο»

Η πλειονότητα των Αμερικανών πολιτών δυσκολεύεται να αντιληφθεί γιατί ξεκίνησε αυτή η σύγκρουση  και κυρίως γιατί συνεχίζεται. Ιδιαίτερα όταν καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό μέσω της αύξησης των τιμών στα καύσιμα, καθώς το πετρέλαιο κινείται πλέον σταθερά κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αμερικανική κυβέρνηση αδυνατεί να δώσει πειστικές απαντήσεις για το γιατί άρχισε, αλλά και γιατί εξακολουθεί ένας πόλεμος τον οποίο ο ίδιος ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι «δεν έχει πια κάποιον ιδιαίτερο στόχο» και «μπορεί να σταματήσει όποτε το αποφασίσει».

Ανησυχία καταγράφεται ακόμη και στους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων  αλλά και στο στρατόπεδο του MAGA. Άλλωστε, ήταν ο ίδιος ο Τραμπ που, επιστρέφοντας στον Λευκό Οίκο, είχε υποσχεθεί ότι δεν θα εμπλέξει ξανά τις Ηνωμένες Πολιτείες σε «ανόητους πολέμους». Ακόμη και μία ημέρα μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, ο Αμερικανός πρόεδρος διαβεβαίωνε ότι η σύγκρουση θα ολοκληρωθεί «γρήγορα».

Δεκατέσσερις ημέρες αργότερα, δεν υπάρχει ούτε σαφές τέλος ούτε κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Μόνο η πρώτη εβδομάδα των επιχειρήσεων κόστισε στις ΗΠΑ περισσότερα από 11 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Λευκός Οίκος ενδέχεται να ζητήσει από το Κογκρέσο  νέα χρηματοδότηση για τον πόλεμο, που θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια.

Παράλληλα, στο εσωτερικό του επιτελείου του προέδρου μαίνεται έντονη διαμάχη. Ορισμένοι αξιωματούχοι και οικονομικοί σύμβουλοι προειδοποιούν ότι η εκτόξευση της τιμής της βενζίνης μπορεί να προκαλέσει σοβαρό πολιτικό κόστος, καθώς το σοκ στην αγορά πετρελαίου ενδέχεται να υπονομεύσει τη δημόσια στήριξη προς την πολιτική του.

Παρόμοιες προειδοποιήσεις ακούγονται και από επιφανείς φωνές του κινήματος MAGA. Προσωπικότητες όπως ο Στιβ Μπάνον και ο τηλεοπτικός σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον καλούν τον πρόεδρο να αποφύγει την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν ακόμη μακροχρόνιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Από την άλλη πλευρά, τα «γεράκια» της Ουάσιγκτον επιμένουν ότι η στρατιωτική εκστρατεία πρέπει να συνεχιστεί έως ότου εξαλειφθεί πλήρως η απειλή που θεωρούν ότι προέρχεται από το Ιράν. Υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ οφείλουν να αποτρέψουν την Τεχεράνη από την απόκτηση πυρηνικών όπλων και να απαντήσουν αποφασιστικά στις επιθέσεις κατά αμερικανικών στρατευμάτων και πλοίων.

Ο Βανς «αδειάζει» τον Τραμπ με διαρροές

Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί είναι και το μπαράζ δημοσιευμάτων για τη στάση του  Τζέι Ντι Βανς απέναντι στον πόλεμο. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και πιθανός διάδοχος του προέδρου,  επιχειρεί μέσω διαρροών να κρατήσει αποστάσεις από τις αποφάσεις για τη στρατιωτική εκστρατεία στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με ανώτερους αξιωματούχους που μίλησαν στο Politico, ο Βανς ήταν εξαρχής επιφυλακτικός απέναντι στο ενδεχόμενο επίθεσης στο Ιράν και είχε εκφράσει τις ανησυχίες του στον Τραμπ  πριν ακόμη δοθεί το πράσινο φως για τους βομβαρδισμούς.

Όπως αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, ο αντιπρόεδρος αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τη στρατηγική της σύγκρουσης και ανησυχεί για την τελική της έκβαση. Ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος εξηγούσε ότι «ο ρόλος του είναι να παρουσιάζει στον πρόεδρο όλες τις πιθανές οπτικές για τις εξελίξεις και να αναλύει τα διαφορετικά σενάρια». Παρ’ όλα αυτά, πρόσθετε ότι από τη στιγμή που λαμβάνεται μια απόφαση, ο αντιπρόεδρος τη στηρίζει δημόσια.

Οι διαρροές αυτές, σε συνδυασμό με τον πιο προσεκτικό τόνο του Βανς στις δημόσιες τοποθετήσεις του, ενισχύουν τις φήμες για ένταση στις σχέσεις ανάμεσα στον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρό του.

«Πυρά» από την Ευρώπη 

Αρνητικό είναι το κλίμα και στην Ευρώπη, η οποία βρίσκεται για ακόμη μία φορά αντιμέτωπη με τον εφιάλτη μιας νέας ενεργειακής κρίσης. Η Βρετανία, ανέκαθεν παραδοσιακός σύμμαχος της Ουάσιγκτον,  κρατά αποστάσεις από τη σύγκρουση, ενώ παρόμοια στάση τηρούν και άλλες ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες.

Μάλιστα, η Γαλλία και η Ιταλία φέρονται να έχουν ξεκινήσει παρασκηνιακές επαφές με το Ιράν, επιχειρώντας να εξασφαλίσουν ειδική άδεια για ασφαλή διέλευση πλοίων από τα στενά του Ορμούζ.

Ακόμη και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντιχ Μερτς, γνωστός για τις μετριοπαθείς τοποθετήσεις του, άσκησε έντονη κριτική στον Αμερικανό πρόεδρο. Όπως σημείωσε, η αμερικανική στρατηγική τόσο απέναντι στο Ιράν όσο και σε σχέση με τη Ρωσία,  δημιουργεί νέα προβλήματα, ειδικά μετά την απόφαση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει προσωρινά τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο σε μια προσπάθεια να περιορίσει την άνοδο των τιμών ενέργειας.

«Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε ποιοι άλλοι παράγοντες οδήγησαν την αμερικανική κυβέρνηση σε αυτή την επιλογή», σχολίασε με νόημα, προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλl δεν δείχνουν να διαθέτουν μια σαφή στρατηγική εξόδου από τη σύγκρουση.

Σκληρή κριτική άσκησε και ο Ερντογάν, τον οποίο ο Τραμπ έχει κατά καιρούς χαρακτηρίσει «φίλο» και «εξαιρετικό ηγέτη». Ο Τούρκος πρόεδρος έκανε λόγο για έναν «παράλογο και παράνομο πόλεμο» κατά του Ιράν, προειδοποιώντας ότι η συνέχισή του μπορεί να πυροδοτήσει γενικευμένη ανάφλεξη στην περιοχή.

Πληθαίνουν τα δημοσιεύματα για το αδιέξοδο

Παρά τις προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης να παρουσιάσει την εκστρατεία ως σαρωτική επιτυχία, όλο και περισσότερα διεθνή μέσα ενημέρωσης αμφισβητούν το αφήγημα της νίκης.

Αναλύσεις που εξετάζουν τις στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις επισημαίνουν ότι η κατάσταση στα στενά του Ορμούζ, η ενεργειακή αστάθεια, το άλυτο πυρηνικό ζήτημα του Ιράν και η ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος δημιουργούν ένα σύνθετο και δυσεπίλυτο σκηνικό. Σε αυτά προστίθενται οι διαφωνίες με το Ισραήλ αλλά και το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Τραμπ αναζητά μια «ένδοξη έξοδο»

Παρά τη σαφή στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, η επίτευξη μιας πραγματικής στρατηγικής νίκης μοιάζει ακόμη μακριά. Οι πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες δείχνουν ότι η σύγκρουση με το Ιράν δεν ήταν η «εύκολη υπόθεση» που περιέγραφε αρχικά ο Τραμπ.

Το σενάριο μιας άμεσης κατάρρευσης του καθεστώτος της Τεχεράνης  μέσω μιας εξέγερσης που θα ενισχυόταν από τους βομβαρδισμούς  δεν επαληθεύτηκε.

Έτσι, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται μπροστά σε δύο επιλογές: είτε να συνεχίσει τους βομβαρδισμούς ελπίζοντας ότι τελικά η ιρανική ηγεσία θα υποχωρήσει, είτε να επιλέξει μια «πανηγυρική έξοδο» από τη σύγκρουση, ανακοινώνοντας ότι οι στόχοι της επιχείρησης έχουν ήδη επιτευχθεί.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα μπορούσε να επικαλεστεί την εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ ή την καταστροφή κρίσιμων στρατιωτικών και πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν όπως είχε ισχυριστεί και το καλοκαίρι του 2025. Το κατά πόσο αυτοί οι ισχυρισμοί θα ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα ίσως να έχει μικρή σημασία στο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας. Για την Ουάσινγκτον, το ζητούμενο θα είναι ένα: να μπορεί να πει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «νίκησαν».

 



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews