Νέα στοιχεία και μαρτυρίες έρχονται στο φως για τη μυστηριώδη εξαφάνιση του ελληνοαμερικανού επιχειρηματία Κώστα Γρεβενίτη από το Βλαχιώτη Λακωνίας. Οι συμπτώσεις, οι αντιφάσεις και μια παλιά οικογενειακή διαμάχη που είχε αναζωπυρωθεί προτού χαθούν τα ίχνη του συνθέτουν ένα απίστευτο παρασκήνιο που περιπλέκει την υπόθεση.
«Δεν το έκανε για να κυνηγήσει τον ανιψιό του, απλώς ήθελε να πιέσει την οικογένεια να λυθούν οριστικά τα περιουσιακά»
Άγνωστες πτυχές αυτής της σύγκρουσης που αφορούσε σε ζητήματα κληρονομιάς αποκαλύπτει στο «Φως στο Τούνελ» ένας νέος μάρτυρας, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον αγνοούμενο επιχειρηματία. Όπως αναφέρει, ο Κώστας Γρεβενίτης και ο γιος του αδελφού του είχαν σοβαρές διαφωνίες που συνδέονταν με την περιουσία μιας θείας τους – χωράφια και ένα οικόπεδο στο χωριό -, η οποία δεν είχε παιδιά.
«Όλοι την φώναζαν θεία Ελένη. Δεν είχε άλλους συγγενείς πέρα από τα ανίψια της. Όταν έφυγε από τη ζωή, η περιουσία της δεν γράφτηκε ξεκάθαρα σε κάποιον», εξηγεί. Τότε ο ανιψιός του επιχειρηματία έχτισε ένα σπίτι στο οικόπεδο της θείας του για να μείνει με την οικογένειά του, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί επίσημη μεταβίβαση ή συμφωνία με τους υπόλοιπους συγγενείς, πολλοί από τους οποίους ζούσαν στο εξωτερικό.
Το θέμα φαίνεται ότι επανήλθε δυναμικά όταν ο Κώστας Γρεβενίτης αποφάσισε να κινηθεί νομικά. «Άρχισε να αναζητεί μάρτυρες, να συγκεντρώνει στοιχεία και να ετοιμάζει διαδικασίες για την περιουσία της θείας του. Υποστήριζε ότι δεν μπορούσε να καταλήξει σε έναν μόνο συγγενή αλλά έπρεπε να μοιραστεί σε όλους όσοι είχαν κληρονομικό δικαίωμα. Ήταν και στα «μαχαίρια» για την υπόλοιπη περιουσία, καταλαβαίνετε», σημειώνει ο μάρτυρας.
Ο ανιψιός του, από την άλλη, αντέδρασε έντονα στο ενδεχόμενο να χάσει το σπίτι που είχε χτίσει. «Μπορεί να μη σημαίνουν τίποτα όλα αυτά. Όμως όταν ακούσαμε ότι εξαφανίστηκε, σκεφτήκαμε αμέσως τη συγκεκριμένη υπόθεση, γιατί τον τελευταίο καιρό οι σχέσεις στην οικογένεια είχαν φτάσει πάλι στα άκρα. Ο ίδιος μου είχε πει ότι δεν το έκανε για να κυνηγήσει τον ανιψιό του. Ήθελε απλώς να πιέσει την οικογένεια να λυθούν οριστικά τα θέματα της περιουσίας που τους χώριζαν εδώ και χρόνια».
Τι αντίκρυσε ο γιος όταν μπήκε στο σπίτι
Ο γιος του αποκαλύπτει στο «Τούνελ» το απίστευτο παρασκήνιο που τον οδήγησε στην Εισαγγελία. Ξετυλίγοντας το κουβάρι, αναφέρθηκε στις πρώτες ώρες της εξαφάνισης. Όπως εξηγεί, όταν χάθηκε ο πατέρας του, βρισκόταν στο εξωτερικό λόγω της εργασίας του. Ωστόσο, όταν τον ενημέρωσε ο δικηγόρος του ότι δεν μπορούν να τον εντοπίσουν και ότι κάτι σοβαρό έχει συμβεί, πήρε το πρώτο αεροπλάνο για την Ελλάδα.
«Με τον πατέρα μου είχα μιλήσει μία ή δύο ημέρες πριν. Ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στα αδέλφια μου στην Αμερική. Είχε πάρει προμήθειες φαρμάκων, ινσουλίνες και λοιπά, τουλάχιστον για ένα μήνα. Εγώ του είχα βγάλει το εισιτήριο του αεροπλάνου και μέχρι τις 10 Οκτωβρίου θα είχε φύγει», λέει ο ίδιος.
Όταν μπήκε στο σπίτι μετά την εξαφάνιση, το πρώτο που σκέφτηκε ήταν η ληστεία γιατί ο πατέρας του φυλούσε χρήματα στο σπίτι. «Είδα ότι δεν είχαν πειράξει τίποτα. Τα φάρμακα πάνω στο τραπέζι, το κλειδί του αυτοκινήτου εκεί που το έβαζε. Βρήκα τις κάρτες της τράπεζας, την άδεια οδήγησής του, τα διαβατήριά του, 321 δολάρια, το δαχτυλίδι και τη χρυσή του αλυσίδα, μια καδένα χοντρή που φορούσε. Ήταν αλλόκοτο όλο αυτό», λέει.
Και προσθέτει: «Υπό άλλες συνθήκες το μυαλό μου θα πήγαινε στους συγγενείς με τους οποίους είχαμε προβλήματα στο παρελθόν, αλλά η αλήθεια είναι ότι το τελευταίο διάστημα τα πράγματα είχαν ηρεμήσει. Θεωρώ ότι αν έβαζαν κάποιον άλλον να το κάνει, δεν θα το έκαναν να φανεί σαν ληστεία; Γι’ αυτό περισσότερο τείνω στην άποψη ότι έγινε κάποια παρεξήγηση. ‘Σε έσπρωξα, με έσπρωξες, έπεσες, χτύπησες, φοβήθηκα και έφυγα’. Δεν ξέρω, αυτή την αίσθηση έχω».
Οι πρώτες υποψίες
Ο γιος του Κώστα Γρεβενίτη είχε υποψίες για συγκεκριμένο πρόσωπο, παρ’ όλα αυτά. «Είμαι έξαλλος με τις Αρχές εκεί στο Αστυνομικό Τμήμα της Σκάλας. Προσπαθούσα να τους εξηγήσω ότι είναι σίγουρα εγκληματική ενέργεια, ότι πρέπει να ενημερώσουμε την Πρεσβεία και την Εισαγγελία, αλλά αυτοί απαντούσαν ότι δεν έχει νόημα» αναφέρει ο ίδιος.
Όπως λέει, οι αστυνομικοί τον ρωτούσαν για ποιον λόγο να κάνει κάτι τέτοιο. Ο διοικητής επέμενε ότι δεν υπάρχει εγκληματική ενέργεια. «Στην αρχή μίλαγε για αυτοκτονία, μετά έλεγε ότι ο πατέρας μου κάπου έχει πάει και θα ξανάρθει. Με ρώτησαν απέξω απέξω και προφορικά ποιον υποπτεύομαι. Και όταν τους απάντησα και ζήτησα να το καταθέσω, μου έλεγαν ότι δεν χρειάζεται. Και όταν επέμενα έντονα να ερευνήσουν τον ρόλο του προσώπου αυτού, θύμωσαν κιόλας. Μου έλεγαν δεν υπάρχει περίπτωση, είναι πολύ καλό παιδί και τέτοια».
Στην ερώτηση γιατί νομίζει ότι οι αστυνομικοί δεν το δέχτηκαν, ο ίδιος απαντά: «Καταρχάς ο διοικητής του τοπικού τμήματος είχε μια οικειότητα μαζί του. Τον φώναζε με το μικρό του όνομα. Είχε το τηλέφωνό του και τον κάλεσε. Του λέει ‘ξέρεις, εδώ έχει έρθει ο γιος του Κώστα, ο Θανάσης, και θέλει κάποια στιγμή να σε δει’. Εγώ δεν είχα πει ότι θέλω να τον δω, αλλά να κάνουν αυτό που έπρεπε. Να τον καλέσουν να πει τι έγινε».
Τότε ήταν που αποφάσισε μαζί με τον δικηγόρο μου να πάνε στην Εισαγγελία. «Πήραμε τηλέφωνο και την Πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών και έτσι ξεκίνησε πιο σοβαρά η έρευνα. Κοντά δέκα μέρες μετά, ήρθε και η εγκληματολογική ασφάλεια της Σπάρτης».
Το κινητό
Για τον κινητό του πατέρα του, το οποίο βρέθηκε πεταμένο κοντά σε ένα από τα κτήματά τους, ο γιος του Κώστα Γρεβενίτη λέει ότι έμαθε, χωρίς να είναι 100% σίγουρος, ότι την ημέρα που έψαχναν στο μεγάλο χωράφι, βρίσκονταν εκεί κάποιοι Ρομά και έπαιρναν σίδερα από το κτήμα.
«Με ποιον είχαν συνεννοηθεί; Δεν τους ρώτησε κανείς; Αυτό με είχε προβληματίσει και το είχα πει σε όλους. Είχαμε μιλήσει με τον διοικητή τότε της Ασφάλειας στην Τρίπολη, είχαμε μιλήσει και με τον διοικητή της Σπάρτης. Δεν έπρεπε να τους πάρουν για έναν έλεγχο; Αφού έψαχναν για έναν άνθρωπο. Δεν έπρεπε έστω τυπικά να τους ρωτήσουν πώς βρέθηκαν εκεί;» διερωτάται.
Και συνεχίζει: «Ακούω ότι ο επιστάτης λέει ότι δεν γνώριζε το κτήμα εκεί κοντά που βρέθηκε το κινητό του πατέρα μου και ότι δεν βρισκόταν στο συμβόλαιο μίσθωσης. Ψέματα. Το μισθωτήριο είναι ίδιο με αυτό που έκανε και με τους προηγούμενους επιστάτες ο πατέρας μου. Το έχω στη διάθεσή μου, όπως και ο δικηγόρος μου. Είχε μισθώσει και το συγκεκριμένο κτήμα ο επιστάτης. Τώρα γιατί υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε την ύπαρξή του, ας το ερευνήσουν άλλοι».
Άλλο ένα σημείο που τον προβληματίζει είναι ότι ο επιστάτης είναι ο τελευταίος άνθρωπος που είδε τον πατέρα του: «Στην αρχή έλεγε ότι έμεινε στο σπίτι 10 λεπτά, μετά ένα τέταρτο, μετά 20 λεπτά. Τελικά όπως αποδείχθηκε έμεινε πάνω από τρία τέταρτα. Δεν θέλω να πω τίποτα παραπάνω. Θέλω απλά να μάθω την αλήθεια».
Μάρτυρες που μίλησαν στην εκπομπή υποστήριξαν ότι το πρόσωπο το οποίο είχε αναφέρει ότι το προηγούμενο βράδυ είδε τον επιστάτη μαζί με τον αγνοούμενο επιχειρηματία, δεν κατέθεσε τελικά τα συγκεκριμένα στοιχεία στην Αστυνομία. Ο ίδιος το διαψεύδει.
«Όλα τα έχω πει. Δεν ισχύει αυτό που λένε», λέει και προσθέτει: «Αν δεν τα κατέγραψαν οι αστυνομικοί, δεν το γνωρίζω. Τους είδα στο σπίτι όταν έφευγα, όπως σας είχα πει. Μιλούσαν μεταξύ τους. Όταν επέστρεψα αργότερα, δεν υπήρχε κανείς. Λέω ακριβώς αυτά που είδα. Ήταν στο μπροστινό τραπέζι της αυλής, όχι στο πίσω, περίπου στις έξι και μισή. Εκεί που βρίσκεται η λεμονιά. Όταν γύρισα, γύρω στις οχτώ και είκοσι πέντε, δεν ήταν πια κανείς εκεί. Αυτά που λέω είναι όσα είδα με τα μάτια μου. Μετά δεν υπήρξε απολύτως τίποτα. Απόλυτη ησυχία».
Ωστόσο, η κάμερα ασφαλείας φαίνεται να κατέγραψε τον επιστάτη να πηγαίνει στο σπίτι του αγνοούμενου γύρω στις επτά. «Τώρα, αν ήταν επτά η ώρα δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Ίσως να έχω μπερδευτεί με την ώρα…» λέει ο μάρτυρας, επιμένοντας ότι ότι τους είδε τη στιγμή που αποχωρούσε.
Η μαρτυρία του φανοποιού
Στο «Τούνελ» μίλησε και ο φανοποιός που θα συναντούσε τον Κώστα Γρεβενίτη, προτού εκείνος εξαφανιστεί από προσώπου γης. Σύμφωνα με τον επιστάτη, οι δυο τους είχαν επικοινωνήσει το προηγούμενο απόγευμα.
«Είχαμε μιλήσει τηλεφωνικά εκείνη την ημέρα. Τον Τάκη τον επιστάτη τον γνώριζα, αλλά τον αγνοούμενο όχι. Εκείνο το απόγευμα μού είχαν στείλει φωτογραφίες από τα φανάρια που ήθελαν και τα είχα βρει, όμως τους είχα ξεκαθαρίσει ότι δεν θα τα παραγγείλω αν δεν έρθουν πρώτα να μου δώσουν χρήματα, επειδή ήταν ακριβά. Το ίδιο ανέφερα και στην αστυνομία, καθώς το κάθε φανάρι κόστιζε πάνω από χίλια ευρώ. Δεν θυμάμαι αν μου είχαν στείλει και την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, αλλά ό,τι γνώριζα το είχα πει στην αστυνομία τότε. Το μόνο που μου είχε πει ο Τάκης, για λογαριασμό του Γρεβενίτη, ήταν να δω την τιμή για το φανάρι, γιατί προφανώς το είχε ψάξει και ήθελε να βρει καλύτερη τιμή. Δεν είχα μιλήσει απευθείας μαζί του, μόνο μέσω του Τάκη επικοινωνούσαμε», λέει χαρακτηριστικά.
Όπως αναφέρει, την επόμενη ημέρα τους περίμενε να περάσουν από το φανοβαφείο του για να προχωρήσουν στην παραγγελία, όμως δεν εμφανίστηκαν και υπέθεσε ότι τελικά το μετάνιωσαν.
«Έμαθα ότι χάθηκε δέκα ημέρες αργότερα, όταν με κάλεσαν από την Ασφάλεια. Προσωπικά δεν τον γνώριζα καθόλου. Είχα απλώς ακουστά το σόι του από τότε που ήμουν πιτσιρικάς», καταλήγει.
Η εκπομπή επικοινώνησε εκ νέου και με τον τελευταίο διαχειριστή των κτημάτων του αγνοούμενου, ο οποίος απάντησε σε όλα όσα έχουν ακουστεί.
«Ένας μάρτυρας που ανέφερε ότι δήθεν είχα πάρει δανεικά λέει βλακείες. Δεν είπε όνομα αλλά μίλησε για κάποιον από τη Ζαραφώνα, όμως ο μοναδικός που γνώριζε ο κύριος Κώστας από αυτό το χωριό ήμουν εγώ. Θα ήταν καλό να πάει να τα καταθέσει στην αστυνομία, ώστε να ελεγχθούν όλα, να μην μείνουν σκιές. Δεν έχω ζητήσει δανεικά ούτε από τον πατέρα μου, ούτε από τον αδερφό μου. Άλλωστε, δεν ήταν άνθρωπος που θα έδινε εύκολα δανεικά σε κάποιον».
Όπως επισημαίνει, το πιο απλό που μπορεί να κάνει η αστυνομία είναι να ελέγξει τις κινήσεις των τραπεζικών του λογαριασμών, ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει οτιδήποτε ύποπτο.
«Άκουσα και κάποιον άλλον να μιλά για πυροβολισμούς από τα ανίψια του. Εγώ που μάζεψα τις ελιές τη χρονιά που έφυγε ο Τριπολιτσιώτης, δεν είχα δει τίποτα τέτοιο. Μπορεί να υπήρχε κάποια έχθρα για περιουσιακά θέματα αλλά μέχρι εκεί. Δεν είχαμε καμία ενόχληση, ούτε μου είχε πει κανείς κάτι. Τον πρώην επιστάτη δεν τον γνώριζα. Μία φορά μόνο μου είχε τηλεφωνήσει για να με προειδοποιήσει να μην μπλέξω με τα κτήματα. Εγώ του απάντησα να μιλήσει με τον κύριο Κώστα, τον οποίο και ενημέρωσα. Η συνεργασία μου με τον κύριο Κώστα ξεκίνησε τον Μάρτιο, για να μαζέψουμε ελιές τον Νοέμβριο, δηλαδή μετά την εξαφάνιση του ανθρώπου».
Προσθέτει ακόμη πως τα έγγραφα που σύμφωνα με άλλον μάρτυρα, βρίσκονταν πάνω στο καπό του αυτοκινήτου του αγνοούμενου επιχειρηματία τη νύχτα που χάθηκε, ήταν στην πραγματικότητα η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος του, την οποία έστειλαν στον φανοποιό για να βρει καινούργιο αντίστοιχο φανάρι.
«Είχα πάει κατά τις επτά και τέταρτο και έφυγα την ώρα που σουρούπωνε γιατί είχα κανονίσει να πάω σε ένα τραπέζι γύρω στις εννιά με φίλους μου. Από όσο γνωρίζω, τους κάλεσε και η αστυνομία. Αν έμεινα λίγο παραπάνω δεν το θυμάμαι ακριβώς, γιατί δεν κοιτάζω συνεχώς το ρολόι. Σίγουρα καθίσαμε στο μπαλκόνι περίπου μισή ώρα, γιατί πήραμε τηλέφωνο και τον φανοποιό. Στη συνέχεια βγήκαμε έξω και τραβήξαμε τις φωτογραφίες που έπρεπε να στείλουμε στον άνθρωπο. Δυστυχώς δεν μπορώ να θυμηθώ τι φορούσε, ούτε αν φορούσε κάποιο σορτσάκι όπως ανέφερε ο μάρτυρας στην εκπομπή σας».
Αναφορικά με το γειτονικό χωράφι που βρέθηκε πεταμένο το κινητό τηλέφωνο του αγνοούμενου, ο επιστάτης υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε καν ότι ανήκε στον Γρεβενίτη. Γεγονός που όπως υποστηρίζει, επιβεβαιώνεται από το ενοικιαστήριο.
«Η αστυνομία με ενημέρωσε ότι εκεί είχε χωράφι ο κύριος Κώστας και τους απάντησα ότι δεν ήταν κάποιο από τα δικά μου. Πρόκειται για σημείο στον κεντρικό δρόμο, βγαίνοντας από τον Βλαχιώτη προς τη Μυρτιά. Αυτόν τον δρόμο χρησιμοποιούσα κι εγώ πάντα. Δεν γνωρίζω αν το κινητό βρέθηκε βαθιά μέσα στο χωράφι ή κοντά στον δρόμο, αλλά σίγουρα πρέπει να εντοπίστηκε περίπου ένα χιλιόμετρο μέσα».
Ερωτηθείς για το αν γνώριζε ότι ο αγνοούμενος σχεδίαζε να λήξει τη συνεργασία τους ή αν ήταν δυσαρεστημένος μαζί του, δήλωσε άγνοια. «Η συνεργασία μας μετρούσε μόλις έξι μήνες και δεν μου είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο. Στα κτήματα, άλλωστε, δεν είχε έρθει ποτέ…», καταλήγει.
«Εγώ ανέλαβα επιστάτης των κτημάτων του για σύντομο διάστημα, πριν τον τελευταίο διαχειριστή. Με το που φτιάξαμε τα χαρτιά σταματήσαμε. Στο χωράφι μπήκαμε ελάχιστα και μετά φύγαμε. Έχουμε και το ίδιο επίθετο αλλά δεν έχουμε συγγένεια. Είχε προβλήματα με τα ανίψια του τα οποία με βρήκαν στο δρόμο και φώναζαν γιατί μπήκαμε στα χωράφια ενώ δεν είχαν ξεκαθαρίσει την κατάσταση, καθώς ο θείος τους τα είχε πάρει από τον πατέρα τους. Εγώ τους είπα πως δεν ήξερα ότι είχαν προβλήματα, τους χαιρέτισα και έφυγα. Ο ένας ήταν και λίγο επιθετικός και δεν ήθελα να μπλέξω. Όταν τα είπα αυτά στον κυρ Κώστα μου απάντησε ότι τα είχε ξεκαθαρίσει αλλά και πάλι του εξήγησα ότι εγώ δεν μπορούσα να μπλέξω…».
Ο ίδιος χαρακτηρίζει την υπόθεση της εξαφάνισης ιδιαιτέρως μυστηριώδη.
«Με το παιδί που ανέλαβε μετά τα χωράφια δεν γνωριζόμουν. Μιλήσαμε μια φορά γιατί έπρεπε να αλλάξει τα ρολόγια της εταιρείας ρεύματος στο όνομά του και δεν το έκανε. Η εταιρεία ρεύματος μετά κυνηγούσε εμένα γιατί είχε φτάσει ο λογαριασμός τρεις χιλιάδες. Πήγα και στο δικηγόρο του Γρεβενίτη να δούμε τι θα κάνουμε. Είχε πάει και ο γιος μου στον επιστάτη από τη Ζαραφώνα και του είχε πει ότι θα τα πληρώσει αλλά τίποτα ακόμα. Αν δεν είχε εξαφανιστεί ο Γρεβενίτης θα έκανε κάτι, τώρα τίποτα. Μακάρι να βρεθεί γιατί ήταν καλός άνθρωπος…», καταλήγει.






