Ως επίθεση που έθεσε σε κίνδυνο το δημοκρατικό πολίτευμα και, πρωτίστως, την εθνική ασφάλεια χαρακτήρισε τις πράξεις των τεσσάρων κατηγορουμένων -Σάρα Χάμου, Ταλ Ντίλιαν, Γιάννη Λαβράνου και Φέλιξ Μπίτζιου- ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, Πέτρος Λιανός, κατά την αγόρευσή του στην 35η δικάσιμο της δίκης για τις υποκλοπές.
Αναλύοντας σειρά στοιχείων που παρατέθηκαν στο δικαστήριο σχετικά με τους κατηγορουμένους, ο κ. Λιανός τόνισε πως «δίνουν μια ξεκάθαρη εικόνα για την εμπλοκή των εταιρειών και των προσώπων στην παρούσα υπόθεση». Όπως σημείωσε, «δείχνουν ποιοι, πότε και πώς έφεραν και λειτούργησαν το κατασκοπευτικό λογισμικό στη χώρα μας και παγίδευσαν πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους, δικαστικούς λειτουργούς, δημοσιογράφους, δικηγόρους και άλλους πολίτες, επιτιθέμενοι στην ιδιωτικότητα των θυμάτων, στην εθνική ασφάλεια και εν τέλει στην ίδια τη δημοκρατία».
Ωστόσο, στάθηκε στο γεγονός ότι, όπως είπε, σε όλες τις ενέργειές τους λειτούργησαν από κοινού με την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.
«Το ενιαίο κέντρο λειτουργίας προκύπτει από τους κοινούς στόχους, από τη χρονική ταύτιση, από την επιχειρησιακή αλληλουχία ανάμεσα στη “νομότυπη” παρακολούθηση μέσω άρσης απορρήτου από την ΕΥΠ και στην παράνομη παγίδευση μέσω Predator. Δείτε την ακριβή συμμετρία. Τι δείχνει; Δείχνει ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι τέθηκαν υπό παρακολούθηση ‘με δύο χέρια’ —το ένα θεσμικό και το άλλο παράνομο— με την ίδια χρονική αφετηρία», τόνισε, μεταξύ άλλων.
Όσον αφορά την Intellexa, επισήμανε πως αυτή ριζώθηκε στην Ελλάδα. «Συνδέθηκε οργανικά, σε πλήρη σύμπραξη με την ΕΥΠ, ώστε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο και συντονισμένο κέντρο παρακολουθήσεων στη χώρα. Η Ελλάδα της προσέφερε κάτι ανεκτίμητο. Τη θεσμική της σφραγίδα. Την ιδιότητα της εταιρείας που εδρεύει και ρυθμίζεται από κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Της άνοιξε δρόμους, της διευκόλυνε τις εξαγωγές, της προσέφερε κάλυψη και νομιμοφανή υπόσταση. Και έτσι η Ελλάδα κατέληξε να γίνει το επιχειρησιακό κέντρο του κατασκοπευτικού της γαλαξία», τόνισε.
Η διαφωνία με την εισαγγελική πρόταση
Χαρακτήρισε «εξαιρετικά τεκμηριωμένη» την εισαγγελική πρόταση, ωστόσο εξέφρασε νομική διαφωνία ως προς την κατά συρροή τέλεση του αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών.
«Πέραν της παραβίασης των προσωπικών δεδομένων, που κατά την πάγια θέση της θεωρίας και της νομολογίας παραβιάζει το προσωποπαγές έννομο αγαθό της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, επίσης, προσωποπαγές έννομο αγαθό προσβάλει και η παραβίαση του αρ. 370Α του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναλυτικά αναφέρουμε στο σημείωμά μας, η πράξη αυτή προσβάλει το προσωποπαγές έννομο αγαθό του ιδιωτικού βίου ή -κατ’ άλλη άποψη- συμπροσβάλει τα συμπροστατευόμενα προσωποπαγή έννομα αγαθά του ιδιωτικού βίου και του απορρήτου της προφορικής επικοινωνίας, ως έκφανση του ιδιωτικού βίου του ατόμου. », τόνισε ο κ. Λιανός.
Ακολούθως πρόσθεσε πως «ακόμα δε και αν υιοθετηθεί η άποψη ότι με τη διάταξη αυτή συμπροστατεύεται το απόρρητο της επικοινωνίας και ο ιδιωτικός βίος -και όχι αποκλειστικά ο ιδιωτικός βίος-, και ακόμα και αν θεωρηθεί – εσφαλμένα κατά την άποψή μου- ότι η επικοινωνία δεν αποτελεί προσωποπαγές έννομο αγαθό, αλλά η διάταξη αναφέρεται στην επικοινωνία γενικώς, ακόμη και τότε, το προσωποπαγές έννομο αγαθό του ιδιωτικού βίου εξακολουθεί να συμπροσβάλλεται».
«Η υπόθεση αφορά το αν η Δημοκρατία έχει μηχανισμούς αυτοπροστασίας».
Ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας υπογράμμισε πως το δικαστήριο καλείται να σταθεί απέναντι στην πραγματικότητα, και όχι να διαλέξει ανάμεσα σε «αφηγήματα». Όπως είπε, «καλείται να αξιολογήσει αποδείξεις και να εφαρμόσει τον νόμο, επί συγκεκριμένων και πλήρως αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών. Να ενώσει ψηφίδες που, όταν συντεθούν, σχηματίζουν μια εικόνα τόσο πλήρη, τόσο καθαρή και τόσο αποκαλυπτική, που δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας, ούτε χώρο διαφυγής».
Τόνισε πως η απόφαση θα είναι μια απάντηση που αποκαθιστά το κύρος του κράτους δικαίου. «Η υπόθεση αυτή δεν αφορά απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αφορά τη σχέση του πολίτη με το κράτος. Αφορά το αν ο πολίτης μπορεί να αισθάνεται ασφαλής απέναντι στην αυθαιρεσία. Αφορά το αν η Δημοκρατία έχει μηχανισμούς αυτοπροστασίας ή αν παραδίδεται αμαχητί σε σκοτεινά κέντρα ισχύος. Αφορά την εμπιστοσύνη του πολίτη, ότι η ιδιωτική του σφαίρα προστατεύεται και ότι η παραβίασή της δεν μένει ατιμώρητη».
Ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας Πέτρος Λιανός
«Το μεγαλύτερο σκάνδαλο παρακολούθησης στην Ευρώπη»
Χαρακτήρισε την υπόθεση των υποκλοπών ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο παρακολούθησης που γνώρισε η Ευρώπη και κάλεσε το δικαστήριο να στείλει ένα μήνυμα στους πολίτες «ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Να λάβει μια απόφαση που θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και θα επαναβεβαιώσει ότι η έννομη τάξη δεν είναι διακοσμητική, αλλά ζωντανή και δεσμευτική. Μια απόφαση που θα διακηρύξει, με τρόπο κατηγορηματικό, ότι κανείς δεν μπορεί να δρα ανεξέλεγκτα».
Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για πλήγματα στο κράτος δικαίου και τη Δημοκρατία «αν δεν χυθεί άπλετο φως σε όλες τις πτυχές της υπόθεσης, ακόμα και αυτές που κάποιοι προσπάθησαν να συσκοτίσουν».
«Να κριθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και να διαβιβαστεί η δικογραφία»
Όσον αφορά την απόφαση του δικαστηρίου, ο κ. Λιανός ζήτησε την ενοχή των κατηγορουμένων για όλες τις πράξεις, «κατ’ επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας σε κατά συρροή τέλεση των αδικημάτων της παραβίασης των προσωπικών δεδομένων και της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών».
Αιτήθηκε τη διαβίβαση της δικογραφίας για όσα αδικήματα προέκυψαν και τόνισε πως «για τα αδικήματα της κατασκοπίας και της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, από την οποία προκλήθηκε κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και για την εθνική ασφάλεια. Θα ζητήσω να προβείτε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη δίωξη των μαρτύρων που —κατά την κρίση σας— εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και διέπραξαν το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης. Μάρτυρες, που αποτέλεσαν μέρος της προσπάθειας συγκάλυψης και συνένοχοι στην προσπάθεια εκτροπής και υποβάθμισης της υπόθεσης».
Τέλος, επισήμανε πως «δεδομένων των στοιχείων που έχουν προκύψει, θα ζητήσω να διαβιβαστεί η δικογραφία για να διερευνηθεί το σκέλος της εμπλοκής της ΕΥΠ, και να λογοδοτήσουν επιτέλους και αυτοί που πίστεψαν ότι μπορούν να δρουν στο σκοτάδι, χωρίς έλεγχο και χωρίς συνέπειες».
Υπενθυμίζεται ότι στη σημερινή δικάσιμο αγόρευσαν και οι συνήγοροι υποστήριξης της κατηγορίας, Ζαχαρίας Κεσσές και Αρτεμισία Παπαδάκη. Η διαδικασία θα συνεχιστεί την Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, με τις αγορεύσεις του Χρήστου Κακλαμάνη, συνήγορου του προέδρου του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, Νίκου Ανδρουλάκη και των συνηγόρων των κατηγορουμένων.






