Ρεπορτάζ: Αντώνης Ζήβας
Η Νορβηγία βρίσκεται και αυτή με τη σειρά της στο επίκεντρο ενός νέου πολιτικού και θεσμικού σκανδάλου μετά τη δημοσιοποίηση εκατομμυρίων σελίδων από τα αρχεία που συνδέουν κορυφαίες της προσωπικότητες με τον καταδικασμένο σεξουαλικό εγκληματία Τζέφρι Έπσαϊν.
Οι αποκαλύψεις, αποτέλεσμα των αρχείων που απελευθέρωσε πρόσφατα το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, έχουν προκαλέσει κύμα ερευνών, πολιτικών αντιδράσεων και κρίσης εμπιστοσύνης στα ανώτατα κλιμάκια του νορβηγικού κράτους και της κοινωνίας.
Επίσημες έρευνες και νομικές κινήσεις
Η νορβηγική οικονομική αστυνομία (Økokrim) ανακοίνωσε την έναρξη έρευνας για «διακεκριμένη διαφθορά» σε βάρος του πρώην πρωθυπουργού Θόρμπγιορν Γιάγκλαντ, ο οποίος υπηρέτησε επίσης ως πρόεδρος της Επιτροπής Νόμπελ Ειρήνης και γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης.
O πρώην Νορβηγός πρωθυπουργός Θόρμπγιορν Γιάγκλαντ
Η έρευνα επικεντρώνεται στο αν κατά την άσκηση των υψηλών του καθηκόντων έλαβε «δώρα, ταξίδια ή δάνεια» σε αντάλλαγμα για τις σχέσεις του με τον Έπσταϊν.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Νορβηγίας κατέθεσε αίτημα για άρση της διπλωματικής ασυλίας που απολαμβάνει ο Γιάγκλαντ ως πρώην επικεφαλής διεθνούς οργανισμού, προκειμένου να συνεχιστεί η έρευνα χωρίς εμπόδια.
Στον Γιάγκλαντ δεν έχει απαγγελθεί κατηγορία. Ο ίδιος δηλώνει όμως ότι συνεργάζεται πλήρως με τις Αρχές καθότι είναι βέβαιος για την αθωότητά του.
Η έρευνα αυτή είναι μόνο η πιο πρόσφατη σε κύμα επίμονων αποκαλύψεων για δεσμούς Νορβηγών αξιωματούχων με τον Έπσταϊν που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σε όλη τη χώρα.
Πρωτοφανής κρίση στην καρδιά του πολιτικού και βασιλικού κατεστημένου
Η Μέτε-Μάριτ, πριγκίπισσα διάδοχος της Νορβηγίας, έχει βρεθεί στο επίκεντρο δημόσιας κριτικής για την μακροχρόνια επικοινωνία της με τον Έπσταϊν, συμπεριλαμβανομένων συνομιλιών και ανταλλαγών μηνυμάτων από το 2011 έως το 2014, δηλαδή ακόμα και μετά την καταδίκη του χρηματιστή το 2008.
Η Μέτε-Μάριτ, πριγκίπισσα διάδοχος της Νορβηγίας
Η ίδια έχει εκφράσει ανοιχτά «βαθύτατη μετάνοια» για την επιλογή της να διατηρήσει επαφή και έχει χαρακτηρίσει τη συμπεριφορά ως αποτέλεσμα «κακής κρίσης» λέγοντας ότι δεν γνώριζε, εκφράζοντας πράλληλα τη συμπαράστασή της στα θύματα του Έπσταϊν.
Τα αρχεία δείχνουν επίσης ότι η πριγκίπισσα είχε διαμείνει στο σπίτι του Έπσταϊν στο Palm Beach για αρκετές ημέρες το 2013, στοιχείο που εντείνει τη συζήτηση για το εύρος και το χαρακτήρα των επαφών τους.
Πέρα από τον Γιάγκλαντ και την πριγκίπισσα
Ο Μπόργκε Μπρέντε, πρώην υπουργός Εξωτερικών και νυν διευθύνων σύμβουλος του World Economic Forum, έχει επίσης βρεθεί στο στόχαστρο, καθώς τα έγγραφα δείχνουν ότι είχε επαγγελματικές συναντήσεις και ανταλλαγές μηνυμάτων με τον Έπσταϊν μεταξύ 2018 και 2019.
Ο Μπόργκε Μπρέντε, πρώην υπουργός Εξωτερικών
Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν γνώριζε το πλήρες ιστορικό του Έπσταϊν πριν τις συναντήσεις και έχει ζητήσει ανεξάρτητη εσωτερική έρευνα από το WEF.
Άλλοι διπλωμάτες, όπως η Μόνα Γιουλ και ο σύζυγός της Τέργε Ρεντ-Λάρσεν, έχουν επίσης βρεθεί υπό έρευνα, με την πρώτη να έχει τεθεί σε προσωρινή διαθεσιμότητα ενόψει εσωτερικής έρευνας.
Κόμματα, κοινοβουλευτικές πιέσεις και κοινωνική αντίδραση
Το νορβηγικό κοινοβούλιο φαίνεται τώρα προετοιμασμένο να στηρίξει τη δημιουργία ανεξάρτητης έρευνας και κοινοβουλευτικής επιτροπής για να εξεταστεί το σύνολο των δεσμών του υπουργείου Εξωτερικών με τον Έπσταϊν.
Ο πρωθυπουργός Jonas Gahr Støre έχει δηλώσει ότι είναι αναγκαίο να ριχτούν φως σε όλες τις πτυχές της υπόθεσης.
Μάλιστα, η πολιτική και δημοσιογραφική συζήτηση έχει πάρει πλέον ευρύτερες διαστάσεις, με σχόλια που μιλούν για πρωτοφανή κριτική κορυφαίου πολιτικού (του ίδιου του πρωθυπουργού) στη βασιλική οικογένεια για την ανάμιξή της σε τέτοιες σχέσεις.
Η Νορβηγική κρίση που αφορά το σκάνδαλο Έπσταϊν δεν είναι απομονωμένη: αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου κύματος αποκαλύψεων στην Ευρώπη, όπου άλλες χώρες επίσης αντιμετωπίζουν πολιτικό κόστος από σχέσεις αξιωματούχων και επιφανών προσώπων με τον Αμερικανό χρηματιστή και εγκληματία.
Η υπόθεση αναδεικνύει, με τραγικό και ταυτόχρονα πολιτικά εκρηκτικό τρόπο, τι συμβαίνει όταν δημόσιοι λειτουργοί και μέλη θεσμών αλληλεπιδρούν χωρίς επαρκή διαφάνεια με έναν από τους πλέον διαβόητους παραβάτες διεθνώς.
Η αξιοπιστία θεσμών όπως η Επιτροπή Νόμπελ και η νορβηγική διπλωματία δοκιμάζεται, ενώ η κοινή γνώμη ζητά απαντήσεις – και λογοδοσία.
Με πληροφορίες από: ΑΠΕ-ΜΠΕ






